Σύντομη Ιστορική αναδρομή της ελληνικής εκπαίδευσης στην Στοκχόλμη !

Posted on 2009/10/12

1


Ίδρυση των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων της Στοκχόλμης

Είναι βέβαιο ότι ο τοκετός, ή ακριβέστερα η εμπειρία του τοκετού, συνοδεύει το νέο οργανισμό σε όλη του τη ζωή. Το επώδυνο ή το ανώδυνο του τοκετού αποτελεί ένα μέρος της εμπειρίας ζωής του νεότευκτου οργανισμού, γεγονός που μερικές φορές γίνεται συνείδηση, αλλά, κατά το πλείστον, παραμένει στο υποσυνείδητο. Εάν αποδεχτούμε ότι η πραγματικότητα αυτή έχει ισχύ και στο συλλογικό επίπεδο, στη συλλογική δραστηριότητα, η οποία εν προκειμένω είναι η εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, είναι αναγκαίο να αναφερθούμε για λίγο στο χρονικό της ίδρυσης των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων από τους Έλληνες της Στοκχόλμης, με διαφορά λίγων μηνών, το χειμώνα του 1966 – 1967, το σχολείο του Σουηδοελληνικού Συλλόγου και το σχολείο της Ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Σχηματική Παράσταση της Εξέλιξης 1967-1977

Η παράλληλη ίδρυση των δύο σχολείων αποτύπωνε σε μικρογραφία δύο μεγάλες εκπαιδευτικές παραδόσεις της Ελληνικής Διασποράς, οι οποίες έχουν ως κοινή την αντίληψη των απανταχού Ελλήνων μεταναστών, σύμφωνα με την οποία πετυχημένοι Έλληνες μετανάστες θεωρούνται αυτοί που αντιμετώπισαν επιτυχώς το εκπαιδευτικό τους πρόβλημα. Η εκπαιδευτική αντίληψη η οποία αποτυπώθηκε στην ίδρυση του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου εξέφραζε τις παραδόσεις των κοινοτικών αστικών σχολείων των Ελλήνων της Διασποράς και τις ανοιχτές διαθέσεις και προοπτικές του οργανωμένου μέρους των Ελλήνων για ένταξη στην κοινωνία υποδοχής. Η εκπαιδευτική αντίληψη της Ενορίας εξέφραζε πιστότερα την παραδοσιακή ελληνική μεταναστευτική παράδοση που αποδέχεται το διακριτικό ιδεολογικό έλεγχο της δραστηριότητας από την εκκλησία και το εν γένει νεοελληνικό κράτος.

Οι δύο αυτές διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις επρόκειτο να βάλουν τη σφραγίδα τους στην εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, πότε συγκρουόμενες, πότε διάγοντας βίο παράλληλο και πότε συγκλίνοντας σε μία συνθετική αντίληψη των εκπαιδευτικών πραγμάτων, χάνοντας στο τέλος πιθανόν και οι δύο τις αρχικές προοπτικές που ξάνοιγαν. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος, αναζητώντας στηρίγματα στο σουηδικό κράτος (αναγνώριση της δραστηριότητας, παραχώρηση αιθουσών και οικονομικές επιχορηγήσεις), έχασε νωρίς τον έλεγχο του σαββατιάτικου σχολείου του που πέρασε σύντομα στα χέρια των σουηδικών σχολικών αρχών και μετεξελίχτηκε σε πολιτιστική δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, η οποία σταμάτησε οριστικά το 1986. Ο Σύλλογος και οι γονείς που συμμερίζονταν τις ίδιες εκπαιδευτικές αντιλήψεις, μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων και Κοινοτήτων Σουηδίας (Ο.Ε.Σ.Κ.Σ.), έριξαν όλο το βάρος και το ενδιαφέρον τους στην καθιέρωση και την ανάπτυξη της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στο σουηδικό σχολείο.

Από την άλλη πλευρά, η εκπαιδευτική δραστηριότητα της ενορίας του Αγίου Ιωάννη είχε μεγάλη ανταπόκριση στους γονείς, αλλά δεν μετεξελίχτηκε ούτε σε κοινοτικό ούτε σε εκκλησιαστικό σχολικό δίκτυο. Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, περνώντας σκληρές δοκιμασίες αναγνώρισης, οι δραστηριότητες αυτές τέθηκαν υπό τον έλεγχο των ιδρυόμενων συλλόγων Ελλήνων γονέων και κηδεμόνων, οι οποίοι με τη σειρά τους αναζητώντας ισχυρότερα στηρίγματα αναγνώρισης έκλιναν αποφασιστικά προς τις ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής είναι το άτυπο εκπαιδευτικό δίκτυο που συνιστούν τα ελληνικά σχολεία ελεύθερου χρόνου, όπου διδάσκεται η Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμός.

Ίδρυση του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1966, λίγους μήνες νωρίτερα από το σαββατιάτικο σχολείο της Ελληνορθόδοξης ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος πολύ σύντομα επεδίωξε τη συνεργασία με τις σουηδικές αρχές με στόχο να αποκτήσει πρόσβαση σε υποδομές, οικονομικούς πόρους και σχολικές υπηρεσίες και με τον τρόπο αυτόν να βελτιώσει τις προσφερόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και να απορροφήσει την παράλληλη δραστηριότητα της Ενορίας.

1967

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Για να αναγνωριστεί επίσημα από τις σουηδικές σχολικές αρχές, η δραστηριότητα υπήχθη στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης, τον Φεβρουάριο του 1967. Η υπαγωγή του σχολείου στην αρμοδιότητα των σχολικών αρχών γνωστοποιήθηκε με την ακόλουθη ανακοίνωση του συλλόγου :

«Σημαντικό! Η προσπάθεια του συλλόγου να δώσει στα ελληνόπουλα που κατοικούν εδώ τη δυνατότητα να μάθουν την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία, μέσω του σχολείου που λειτουργεί εδώ και τρεις μήνες με έξοδα του συλλόγου και που έχει περισσότερους από 50 μαθητές, αποδείχτηκε επιτυχημένη. Ύστερα από ενεργητικές προσπάθειες του συλλόγου, το σχολείο έχει αναγνωριστεί επίσημα από τη Γενική Δ/νση Σχολείων στη Σουηδία, η οποία έχει, επίσης, αναλάβει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη διδασκαλία. Η διδασκαλία έχει υπαχθεί στη Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης. Αυτό σημαίνει ότι η Διεύθυνση Σχολείων έχει διευθετήσει αίθουσες στο σχολείο Vasa, Karlsbergsvägen 34, στον δεύτερο όροφο. Οι ώρες διδασκαλίας στην Ελληνική γλώσσα θα περαστούν στον έλεγχο των παιδιών. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος με τις ενέργειες αυτές έχει αναδειχτεί σε πρωτοπόρο και στο χώρο αυτό, εφόσον η ελληνική παροικία είναι η πρώτη που κατάφερε να πετύχει αναγνώριση ενός τέτοιου σχολείου από το Σουηδικό Κράτος… Μαθήματα γίνονται κάθε Σάββατο και διαρκούν δύο ώρες. (Svensk grekiska föreningen nr 1/1967).

Ίδρυση του σχολείου της Ελληνορθόδοξης Ενορίας Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος

Στις 4/2/1967, η Ενορία προχώρησε στην υλοποίηση των εκπαιδευτικών σχεδίων της, με την οργάνωση ενός σαββατιάτικου σχολείου . Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας ξεκίνησε να λειτουργεί λίγους μήνες αργότερα από το σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου, από το οποίο κρατήθηκαν αποστάσεις, δίνοντας διαφορετικό προσανατολισμό με σαφείς αναφορές στις εκπαιδευτικές διασπορικές παραδόσεις που το καταστατικό της πρόβλεπε:

«Η Ενορία άρχισε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας για ελληνόπουλα σχολικής ηλικίας, την οποία προγραμμάτιζε εδώ και πολύ καιρό και η οποία είναι κάτι που εμπίπτει στο χώρο των δραστηριοτήτων της και γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ελληνικές ενορίες όλου του κόσμου. [---] Είναι παράλογο και να το σκεφτεί κανείς ότι η ενορία θα αποποιηθεί αυτή την ευθύνη, μία αυτονόητη και φυσική δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή ο σύλλογος, ένας από τις δεκάδες ελληνικούς συλλόγους που υπάρχουν στη Σουηδία, αξιώνει να εκπροσωπεί μόνον αυτός τις δραστηριότητες της παροικίας στη Στοκχόλμη (Αρχείο Ελληνορθόδοξης Ενορίας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Νοέμβριος 1967).

Η σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση των δύο σχολείων προκάλεσε τριβές και καχυποψία ανάμεσα στους δύο φορείς και εξέθεσε το σχολείο της Ενορίας σε μία τρισδιάστατη δοκιμασία αναγνώρισης και νομιμοποίησης. Η μητέρα πατρίδα, το ελληνικό κράτος στο οποίο απευθύνθηκε η Ενορία για να αναγνωρίσει τη δραστηριότητά της ανταποκρίθηκε θετικά και έμπρακτα με την καταρχήν χορήγηση οικονομικού βοηθήματος και την απόσπαση δασκάλων. Το πλεονέκτημα της ελληνικής αναγνώρισης, ωστόσο, σύντομα μετατράπηκε σε μειονέκτημα για την Ενορία, αφού λίγους μήνες μετά από την ίδρυση του σχολείου επιβλήθηκε το καθεστώς της δικτατορίας στην Ελλάδα (21/4/1967). Η αποδοχή οικονομικής βοήθειας, η απασχόληση δασκάλων και η χρήση διδακτικών βιβλίων από την Ελλάδα από τη μια διευκόλυναν την οργάνωση της διδασκαλίας, αλλά από την άλλη πλευρά εξέθεσαν το σχολείο σε περιπετειώδεις διαδικασίες νομιμοποίησης στο κοινωνικό σώμα της ελληνικής παροικίας και στη σουηδική κοινωνία, λόγω ακριβώς αυτών των σχέσεων. Η ανάπτυξη της ενοριακής σχολικής δραστηριότητας άρχισε την εποχή που οι Έλληνες δεν είχαν οργανωθεί ακόμα σε συλλόγους, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως ο Σουηδοελληνικός σύλλογος Στοκχόλμης. Συνεπώς η συσπείρωση των Ελλήνων γονέων γύρω από την εκπαιδευτική δραστηριότητα της Ενορίας αποτέλεσε, συγχρόνως, μία νέα διαδικασία συλλογικής έκφρασης, η οποία ερχόταν σε αντιδιαστολή με την εκπαιδευτική δραστηριότητα του Σουηδοελληνικού συλλόγου. Εμμέσως, πλην σαφώς, ο νέος φορέας αμφισβήτησε το δικαίωμα του Σουηδοελληνικού συλλόγου να ενεργεί και να εκπροσωπεί όλους τους γονείς για εκπαιδευτικά θέματα και διατύπωσε διαφορετική άποψη για τη μορφή οργάνωσης της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Η αμφισβήτηση αυτή προκάλεσε ανταγωνισμό, αντιπαλότητα και διαμάχες . Οι συγκρούσεις δεν περιορίστηκαν σε προσωπικές υποθέσεις, αλλά είχαν βαθύτερες ιδεολογικοπολιτικές αιτίες και προεκτάσεις, με αναφορές σε διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις, φιλοσοφίες και παραδόσεις, στα αστικά και στα εκκλησιαστικά παροικιακά σχολεία. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο εκπαιδευτικές αντιλήψεις που εκπροσωπούσαν αντίστοιχα τα δύο σαββατιάτικα ελληνικά σχολεία της Στοκχόλμης έλαβε χώρα σε μια δύσκολη περίοδο πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα, γεγονός που έφερε το σχολείο της Ενορίας σε απολογητική θέση για τις σχέσεις του με τη χούντα, έναντι των Ελλήνων γονέων, της σουηδικής κοινωνίας και των σουηδικών αρχών. Η κοινωνική αναγνώριση και νομιμοποίηση του σχολείου σε μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων γονέων της Στοκχόλμης συνιστούσε αναμφισβήτητα μία επιτυχία, η οποία οφειλόταν σε σαφείς και οικείες εκπαιδευτικές πρακτικές που ανέδειξαν πάνω από όλα την πρακτική σκοπιμότητα, την ωφέλεια και την εγκυρότητα της διδασκαλίας του σχολείου. Το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας του απέρρεε με φυσικό τρόπο από τις συγκεκριμένες εκπαιδευτικές παραδόσεις που επικαλούνταν και εφάρμοζαν. Οι γονείς συνεπώς που συσπειρώθηκαν στο σχολείο της Ενορίας είχαν κοινές αναφορές που απέρρεαν από παραδόσεις και πρακτικές που αποδείχτηκαν ανθεκτικές και ισχυρότερες από την πολιτική κριτική που ασκήθηκε εναντίον του σχολείου. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Εκπαίδευση και πολιτική είναι, βέβαια, συνυφασμένες έννοιες, υπήρχαν γονείς που κράτησαν απόσταση από το σχολείο της Ενορίας για πολιτικούς λόγους, όπως και γονείς που πλαισίωσαν το σχολείο γιατί είχαν πολιτικές απόψεις συναφείς με την παράδοση που εξέφραζε, αλλά το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής ήταν οι συγκεκριμένες εκπαιδευτικές υπηρεσίες που πρόσφερε το σχολείο. Η τρίτη διάσταση της δοκιμασίας κοινωνικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης του σχολείου αφορούσε το ευρύτερο σουηδικό εκπαιδευτικό και κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, αλλά συνδέθηκε στενά και με την ύπαρξη του έτερου σαββατιάτικου ελληνικού σχολείου Στοκχόλμης. Όπως είδαμε στο κεφ. ΣΤ΄1.1 η υπαγωγή του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου στον έλεγχο της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης είχε ανακοινωθεί ως επίσημη αναγνώρισή του από το σουηδικό κράτος, και προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν αρκετές φορές οι εκπρόσωποι του σχολείου της Ενορίας. Με τη συνεργασία των σουηδικών σχολικών αρχών το ενοριακό σχολείο προσδοκούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα μέσα για την οργάνωση της διδασκαλίας, αίθουσες διδασκαλίας, άδειες αποσπάσεις δασκάλων από την Ελλάδα και οικονομική επιχορήγηση για τα λειτουργικά έξοδα. Οι σουηδικές αρχές έθεσαν πολύ συγκεκριμένους όρους για συνεργασία, όπως διαπιστώνεται από την ακόλουθη μαρτυρία:

«Με την ευκαιρία μπορεί να αναφερθεί ότι στα χρόνια που πέρασαν είχαν γίνει καμιά δεκαριά παραστάσεις στη Διεύθυνση Σχολείων με παρακλήσεις για αίθουσες διδασκαλίας και επιδόματα για τις πληρωμές των δασκάλων για το μέρος της δραστηριότητας που αφορούσε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας. Επειδή η διδασκαλία αυτή γινόταν με φορέα την εκκλησία, η Διεύθυνση Σχολείων πρότεινε να αλλάξει η ονομασία του σχολείου που ήταν Σχολείο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και να τεθεί η δραστηριότητα υπό την επίβλεψη της Διεύθυνσης σχολείων. Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας στο Λονδίνο και ο διάδοχός του Πολύευκτος ήταν της άποψης, να μη γίνει καμία αλλαγή» (Αρχείο Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Σεπτέμβριος 1976: PM angående processen om fullföljande av inköp av fastigheten Idungatan 4).

Η άρνηση της Ενορίας να δεχτεί τους όρους ελέγχου που είχαν διατυπώσει οι δημοτικές σχολικές αρχές είχε ως συνέπεια να μην παραχωρηθούν κατάλληλες σχολικές αίθουσες για τη διδασκαλία. Στα τρία πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το σχολείο αναγκάστηκε να αλλάξει έξι φορές το χώρο διδασκαλίας: • Αίθουσα συναθροίσεων στην ενορία Maria församling • Ένα δωμάτιο σε μισογκρεμισμένο σπίτι στην οδό, Skånegatan 68 • Στην αίθουσα των γραφείων της Ελληνορθόδοξης Ενορίας. • Στο αναγνωστήριο της ενορίας Adolf Fredrik. • Σε αίθουσα του Kursverksamheten/ Stockholms Universitet • Στο σχολείο Sofia.

1968

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Με την απόκτηση του ελέγχου του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου και με την παρέλευση ενός έτους (Φθινόπωρο του 1968), η Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης μετέφερε τη διδασκαλία από το σχολείο Gustav Vasa στο Mariaskolan, όπου προοδευτικά εντάχθηκαν τμήματα και άλλων μεταναστευτικών ομάδων. Η σαββατιάτικη διδασκαλία προσέλκυε όλο και περισσότερα παιδιά από περισσότερες γλωσσικές ομάδες (300 μαθητές με 9 διαφορετικές γλώσσες).

1970

Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας

Η παραχώρηση αιθουσών διδασκαλίας στο σχολείο Sofia έγινε ύστερα από τις πιεστικές προσπάθειες και τις έντονες διαμαρτυρίες των γονέων για διακριτική και άδικη μεταχείριση του σχολείου τους. «Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η υπηρεσία των ίδιων των μεταναστών, Η Μεταναστευτική Υπηρεσία, παρέλειψε να κάνει μία αντικειμενική διερεύνηση του θέματος» υποστήριζε μεταξύ άλλων η Ενορία (Pm till SIV 22-9-1970). Όταν το αίτημα για παραχώρηση αιθουσών ικανοποιήθηκε από τις σουηδικές αρχές, οι ισχυρότερες αντιδράσεις προήλθαν από τον Σουηδοελληνικό σύλλογο:

«Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε ότι το τμήμα διδασκαλίας της Ελληνορθόδοξης Ενορίας (μικρός αριθμός γονέων με καμιά 15αριά παιδιά), σύμφωνα με πληροφορίες του Διευθυντή του Σχολείου Sofia, έχει πάρει άδεια από τη Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης, να νοικιάσει τρεις αίθουσες του παραπάνω σχολείου και με τον τρόπο αυτό να νομιμοποιήσει τη δραστηριότητά της στα μάτια των Ελλήνων. Με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι στο σχολείο Maria φοιτούν το τρέχον εξάμηνο 120 μαθητές. Ο σύλλογος γονέων είναι πολύ δυσαρεστημένος και εκπλησσόμαστε από την απόφαση της Διεύθυνσης Σχολείων, με την οποία συνεργεί στη συνέχιση της ήδη τραγικής διάσπασης σε διάφορους χώρους που υπάρχουν στην ελληνική παροικία και εμποδίζει την προσπάθειά μας να ενώσουμε τα παιδιά που υφίστανται περισσότερο τις συνέπειες. Ο εξαναγκασμός να επιλέξει κανείς, τώρα, μεταξύ δύο κατ’ όψιν νομίμων εναλλακτικών δυνατοτήτων διδασκαλίας θα βιωθεί από τους περισσότερους αρνητικά…» (Αρχείο Ελληνορθόδοξης ενορίας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγο 1966-75: Svensk-Grekiska Föreningen i Stockholm: Styrelsens brev till Stockholms Skoldirektion den 9 september 1970).

1971

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Ενώ η σαββατιάτικη διδασκαλία προσέλκυε όλο και περισσότερα παιδιά από περισσότερες γλωσσικές ομάδες (300 μαθητές με 9 διαφορετικές γλώσσες), ψηφίστηκε στη βουλή το Πρόγραμμα σπουδών του 1969 με το οποίο επιτράπηκε η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στο σουηδικό σχολείο και λίγο αργότερα εκδόθηκαν οι σχετικές αποφάσεις για τη συστηματικότερη οργάνωσή της (1971, 1973: Η διδασκαλία των παιδιών των μεταναστών κ.ά.). Με την εισαγωγή της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στο σχολικό πρόγραμμα, αποφασίστηκε να σταματήσει η διδασκαλία στα σαββατιάτικα σχολεία, στις αρχές του έτους 1971, και να μετατραπεί σε πολιτιστική δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου.

Οι γονείς και οι δάσκαλοι των σαββατιάτικων σχολείων, μεταξύ των οποίων πρωτοστατούσαν οι γονείς του ελληνικού τμήματος, αντέδρασαν στη συγκεκριμένη απόφαση και κινητοποιήθηκαν για να διαφυλάξουν τη λειτουργία των σχολείων τους. Σε κοινό ψήφισμα που απέστειλαν στον τότε Υπουργό Παιδείας και μετέπειτα πρωθυπουργό της χώρας Ingvar Carlsson έγραψαν:

«Διαμαρτυρόμαστε έντονα εναντίον της απόφασης των αρχών να καταργήσουν την εθελοντική διδασκαλία με την τωρινή μορφή της, η οποία μεταξύ των άλλων διεξάγεται κάθε Σάββατο στο σχολείο Maria, με συνέπεια να διασπαστούν τα συναισθήματα της συλλογικότητας και του συνανήκειν, τα οποία βιώνουν μαθητές και γονείς στο σχολείο Maria. Έχουμε την άποψη ότι η δική μας γλώσσα και κουλτούρα δεν μπορεί να βιωθεί σε μεμονωμένες μικρές και διαφοροποιημένες ομάδες στα πλαίσια του σχολικού χρόνου, πράγμα που κατά τα λοιπά σημαίνει ότι οι μαθητές θα απουσιάζουν από άλλα μαθήματα, ενώ συγχρόνως θα δαχτυλοδείχνονται και θα χάνουν τα κανονικά μαθήματα. Εξάλλου καταστρέφεται η συλλογικότητα που τα παιδιά αισθάνονται ανάμεσα στους συμμαθητές που συναντάνε κατά τη διδασκαλία στον ελεύθερο χρόνο τους. Η διδασκαλία, όπως αυτή έχει διεξαχθεί μέχρι τώρα, κάνει τους συμμετέχοντες μαθητές να ξεχάσουν την επιβεβλημένη απομόνωσή τους στη νέα χώρα, μία φορά τη βδομάδα.

Από τη πλευρά του Σουηδοελληνικού συλλόγου τονίστηκαν τα ακόλουθα:

«Με αφορμή την απόφαση της Διεύθυνσης να θεωρήσει την σαββατιάτικη διδασκαλία στην ελληνική γλώσσα και πολιτισμό, η οποία γίνεται στο Mariaskolan, ως δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, με συνέπεια η τωρινή γλωσσική διδασκαλία να ξεζουμιστεί και να περικοπεί, παίρνουμε απόσταση από μια τέτοια εξέλιξη της υπάρχουσας δραστηριότητας. Πιστεύουμε, επίσης, ότι η ξεχωριστή διδασκαλία κάθε μαθητή ή ομάδας στα αντίστοιχα σχολεία τους θα βαθύνει τη διάσπαση στην ελληνική παροικία Στοκχόλμης, και ακόμα, ότι με το νέο σύστημα ανάθεσης υπηρεσίας στους δασκάλους, η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας μπορεί να καταλήξει σε ακατάλληλα χέρια. Γι’ αυτό εμείς, ο Σουηδοελληνικός σύλλογος και τα μέλη του – γονείς, τασσόμαστε αποφασιστικά υπέρ της άποψης, η παρούσα διδασκαλία και ο διορισμός των δασκάλων να συνεχιστεί με τους ίδιους όρους και στην ίδια έκταση που έχουν ισχύσει μέχρι σήμερα, ακόμα και μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου. Ελπίζουμε ότι θα επεξεργαστείτε την πρόταση Edert στα πλαίσια της διδασκαλίας που υπάρχει τώρα, θα την αυξήσετε και θα την βελτιώσετε, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι δυνατότητες για μεγάλη και ενωμένη διδασκαλία μητρικής γλώσσας στο Mariaskolan».

Τις αντιδράσεις των γονέων φαίνεται ότι συμμερίστηκε η νεοσύστατη Διερευνητική επιτροπή για τους μετανάστες, η οποία με το πρώτο πόρισμά της εκφράστηκε θετικά για τη σαββατιάτικη διδασκαλία.

«Η επιτροπή θεωρεί σημαντικό να συνεχιστεί η συμπληρωματική διδασκαλία εκτός προγραμματισμένου χρόνου, μέχρις ότου αποκτηθούν περισσότερες εμπειρίες από τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και επεξεργαστούν οι κανόνες κρατικών επιχορηγήσεων για τη δραστηριότητα αυτή»

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Ριζική αναδιοργάνωση της σαββατιάτικης διδασκαλίας

Η γνώμη της επιτροπής για τους μετανάστες είχε βαρύνουσα σημασία και η ολοσχερής κατάργηση της διδασκαλίας τελικά αποφεύχθηκε. Ωστόσο, η Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης επιφορτισμένη με την πολιτική του ενιαίου σχολείου επανέφερε σύντομα την πρόταση ριζικής αναδιοργάνωσης της σαββατιάτικης διδασκαλίας (Skolförvaltningen i Stockholm, 1972). Η δραστηριότητα κατανεμήθηκε σε τρία σχολεία της Στοκχόλμης, τα οποία, προς τον σκοπό αυτό παραχώρησαν αίθουσες διδασκαλίας για κάθε Σάββατο (Maria, Vårberg, Kämpinge). Σύμφωνα με το σχέδιο της Διεύθυνσης σχολείων, η δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου θα αποτελούσε, μαζί με τη μητρική γλώσσα στο κανονικό σχολείο, μία ενιαία λειτουργική μονάδα. Στο βασικό σχολείο θα τονιζόταν η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας ενώ στη σαββατιάτικη δραστηριότητα θα δινόταν βάρος στις πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως τραγούδι, μουσική, χορός, θέατρο κ.ά. Η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας έπρεπε να σταματήσει τα Σάββατα γιατί αυτή προσφερόταν στο κανονικό σχολείο, πράγμα που στην ουσία σήμαινε σημαντική μείωση των συνολικών ωρών διδασκαλίας. Διοικητικά οι δραστηριότητες εντάχθηκαν στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης, αλλά η υλοποίησή τους θα γινόταν σε συνεργασία με το Μεταναστευτικό γραφείο. Ορίστηκε, επίσης, μία επιτροπή συνεργασίας με αντιπροσώπους γονέων, μαθητών, δασκάλων και υπηρεσιακών παραγόντων. Για το σκοπό αυτό, στα πλαίσια του οργανισμού Σπίτι και σχολείο, ο νεοσύστατος Σύλλογος σπίτι και σχολείο – Διεθνής ομάδα εργασίας, ανέλαβε το έργο «να βοηθάει και να υποστηρίζει τους συμβούλους στην προσπάθειά τους να προσφέρουν σε όλα τα ξένα παιδιά αποτελεσματική και ανεμπόδιστη διδασκαλία» (ανακοίνωση τύπου 30/10/1971). Κατά τη συζήτηση της πρότασης παρενέβη πάλι η Διερευνητική επιτροπή για τους μετανάστες η οποία διατύπωσε πιο ήπια άποψη. Στο τελικό πόρισμά της, υποστήριξε μεν την μεταφορά της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στο βασικό σχολείο, αλλά συγχρόνως, θεώρησε αναγκαίο να υπάρχει η δυνατότητα οργάνωσης διδασκαλίας της μητρικής στον ελεύθερο χρόνο των παιδιών, από οποιοδήποτε φορέα, σε περίπτωση που το σχολείο δεν μπορεί να προσφέρει τέτοια διδασκαλία.

Δηλώσεις του τότε Πρωθυπουργού της χώρας Ingvar Karlsson στον ημερήσιο σουηδικό τύπο, σχετικά με τις αντιδράσεις που προήλθαν από τον Σουηδοελληνικό σύλλογο για το «χουντικό σχολείο» το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας.

Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε στον ημερήσιο σουηδικό τύπο για τις διευκολύνσεις στο «χουντικό σχολείο» δεν μετέβαλε τη στάση των αρχών που με δηλώσεις του τότε Υπουργού Παιδείας και αργότερα Πρωθυπουργού της χώρας Ingvar Karlsson αποσαφήνισε το πολιτικό σκεπτικό:

«…Θα εκλάβουμε ως σωστό π.χ., ότι μπορεί κανείς, για πολιτικούς λόγους, να αρνηθεί σε έναν φορέα να δανειστεί αίθουσες διδασκαλίας τις βραδινές ώρες; Φαίνεται πιθανό να πει κανείς ναι, αν πρόκειται για φασιστικές κοινωνικές ομάδες. Αλλά υπάρχουν άλλες ομάδες, που δεν είναι τόσο εξτρεμιστικές για να αποκλειστούν από τα σχολεία, όπως σίγουρα πολλοί πιστεύουν» (εφημερίδα Aftonbladet 2-12-1972).

Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας

Η ευθύνη πέρασε από την Ελληνορθόδοξη Ενορία στους γονείς των μαθητών

Με τη διευθέτηση του προβλήματος των αιθουσών διδασκαλίας το σχολείο της Ενορίας μπήκε σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία η ευθύνη πέρασε από την Ελληνορθόδοξη Ενορία στους γονείς των μαθητών. Η μεταβίβαση έλαβε χώρα σε συνθήκες εσωτερικής κρίσης στην Ενορία και διευκολύνθηκε από την απροθυμία που επέδειξε για την ανάληψη της ευθύνης του σχολείου η ηγεσία της Ιεράς Μητρόπολης Σουηδίας και Σκανδιναβίας (1969), ολοκληρώθηκε δε, με την ψήφιση του καταστατικού του νέου φορέα, του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Στοκχόλμης (1975). Μέχρι τότε, σύμφωνα με τα αρχεία του σχολείου, ο αριθμός των μαθητών που φοίτησαν είχε παρουσιάσει σταθερή ανοδική πορεία.

1976

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Η άποψη της Διερευνητικής επιτροπής για τους μετανάστες συμπεριλήφθηκε στα μεταρρυθμιστικά μέτρα για τη σπιτική γλώσσα (1976), όπου τελικά έγινε σχετική πρόβλεψη. Η Διεύθυνση Σχολείων με σχετική εγκύκλιό της το φθινόπωρο του 1976 καθόρισε τις γενικές αρχές που θα ίσχυαν. Οι δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου για τα παιδιά των μεταναστών θα περιελάμβαναν πολιτιστικές δραστηριότητες και διδασκαλία της μητρικής γλώσσας σε περιπτώσεις που η διδασκαλία που προσφερόταν στο βασικό σχολείο δεν επαρκούσε. Οι δραστηριότητες θα γίνονταν κάθε Σάββατο, συνολικά τριάντα φορές το χρόνο και με διάρκεια τεσσάρων ωρών την κάθε φορά. Διοικητικά υπεύθυνοι ορίστηκαν ο σύμβουλος δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου και ο διευθυντής για τη διδασκαλία των μεταναστών, ο οποίος επιφορτίστηκε και με την παιδαγωγική μορφή των δραστηριοτήτων. Αργότερα, οι δραστηριότητες μεταφέρθηκαν εξ’ ολοκλήρου στην ευθύνη του Μεταναστευτικού γραφείου. Ακόμα κι όταν καθιερώθηκε η Υπηρεσία για τον Ελεύθερο χρόνο στο δήμο της Στοκχόλμης (Stockholms fritidsförvaltningen), οι δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου των σαββατιάτικων σχολείων ήταν από τις ελάχιστες (ίσως οι μοναδικές) που δεν υπήχθησαν στην υπηρεσία αυτή. Η σύνδεσή τους με την υπόλοιπη διδασκαλία των μεταναστών ήταν τόσο στενή και αδιαχώρητη ώστε οι δραστηριότητες παρέμειναν στην ευθύνη του Μεταναστευτικού Γραφείου. Η εφαρμογή της απόφασης αυτής για τους Έλληνες της Στοκχόλμης, ήταν φανερό ότι οδηγούσε στην κατάργηση της γλωσσικής διδασκαλίας του Σαββάτου. Στα όρια του νομού Στοκχόλμης, υπήρχε ο αναγκαίος αριθμός μαθητών για να οργανωθεί οποιαδήποτε μορφή διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας που προβλεπόταν με τη μεταρρύθμιση για τη σπιτική γλώσσα (1976), οπότε η σαββατιάτικη διδασκαλία όφειλε να σταματήσει. Πολλοί γονείς άλλωστε από τη στιγμή που τα παιδιά τους διδάσκονταν την ελληνική στο κανονικό τους σχολείο άρχισαν να αδιαφορούν για το μέλλον του συγκεκριμένου σαββατιάτικου. Όσοι ακόμα παρέμειναν υποστηριχτές της σαββατιάτικης διδασκαλίας, είχαν ως δεύτερη επιλογή το έτερο αμιγές ελληνικό σαββατιάτικο σχολείο της Στοκχόλμης, το σχολείο της Ενορίας που είχε περιέλθει πια στην ευθύνη του Συλλόγου Ελλήνων Γονέων και Κηδεμόνων Στοκχόλμης. Μετά το 1976 και μέχρι την πλήρη παύση του (1985) το ελληνικό τμήμα των σαββατιάτικων σχολείων Στοκχόλμης εγκαταλειμμένο και από τον ιδρυτικό του φορέα, συνέχισε να λειτουργεί ως δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου.

Ο συνολικός αριθμός των παιδιών που συμμετείχαν στις δραστηριότητες αυτές είχε φτασει τα 600 το έτος 1976.

H πληθυσμιακή εξέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία

Ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφηκε το 1976 με 18.094 άτομα (Scb 1981, tab.1,2, s21).

1978

Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας

Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Ελλήνων μαθητών Στοκχόλμης (25/2/1978)

Στο ενδεχόμενο επαναφοράς του σαββατιάτικου σχολείου της Στοκχόλμης υπό την αιγίδα της εκκλησίας αντέδρασαν όλοι οι φορείς του οργανωμένου ελληνισμού στη Σουηδία (Ο.Ε.Σ.Κ.Σ. και Σύλλογοι) και κυρίως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι γονείς του σχολείου. Οι γονείς με την εμπειρία διαχείρισης του σχολείου που απέκτησαν μετά την ανάληψη της ευθύνης του από την Ενορία, και με τη στήριξη των ελληνικών σχολικών αρχών, είχαν καταφέρει να αναπτύξουν θεαματικά τη σχολική δραστηριότητα. Η πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί στο εκπαιδευτικό πεδίο επέβαλε νέους όρους συνεργασίας και αναδιανομή των ρόλων των εμπλεκόμενων φορέων. Στη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Ελλήνων μαθητών Στοκχόλμης (25/2/1978), οι γονείς με το παρακάτω ψήφισμά τους κατέστησαν σαφείς τις προθέσεις τους για το ρόλο που επεφύλασσαν για τον εαυτό τους και για φορείς όπως η εκκλησία:

«Η Γ.Σ. του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Ελλήνων μαθητών Στοκχόλμης δηλώνει ότι, όσον αφορά το Ελληνικό Δημοτικό Σχολείο του Σαββάτου και σε οποιανδήποτε άλλη μορφή τις καθημερινές, είναι θέση του Συλλόγου μας, το σχολείο αυτό να είναι κάτω από την επιτήρηση του Συλλόγου μας και να έχει τη συμπαράσταση του Ελληνικού Κράτους. Δηλώνουμε ότι δεν θα δεχτούμε καμιά μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη σημερινή συμπαράσταση του Ελληνικού Κράτους, μέσω της εδώ Ελληνικής Πρεσβείας, σε άλλο φορέα. Δηλώνουμε ότι δεχόμαστε κάθε οικονομική ή άλλη συμπαράσταση από Σουηδικές κρατικές υπηρεσίες, κοινοτικούς οργανισμούς, από μεταναστευτικές οργανώσεις, από πολιτικούς, συνδικαλιστικούς και θρησκευτικούς οργανισμούς, χωρίς αυτό να μας αφαιρεί το δικαίωμα της δικής μας επιτήρησης του σχολείου που αναφέραμε παραπάνω. Δηλώνουμε ότι κάθε προσπάθεια μετατόπισης του κέντρου βάρους από τα μέχρι τώρα δεδομένα, θα μας βρει αντιμέτωπους και θα μεταχειριστούμε όλα τα μέσα πάλης π.χ. παραστάσεις, προκηρύξεις, διαδηλώσεις κ.λπ. για να αποτρέψουμε και να αντιμετωπίσουμε τέτοια προσπάθεια» (Ψήφισμα Γ.Σ 25/2/1978).

Το ψήφισμα αυτό ήταν δηλωτικό της θέλησης των γονέων να αποστασιοποιηθούν από την εκκλησιαστική, διασπορική, εκπαιδευτική παράδοση που ήδη αποτελούσε για τους ίδιους παρελθόν, και αντί αυτής, να υποστηρίξουν και να επιβάλουν μία νέα μορφή διδασκαλίας στη Σουηδία με πρωταγωνιστές τους ίδιους.

1979

Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας

Δηλώσεις του Μητροπολίτη Σουηδίας και Σκανδιναβίας σε ελληνική ραδιοφωνική εκπομπή

Ακόμα και μετά την απώλεια του ελέγχου του σχολείου του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, η εκκλησία δεν παραιτήθηκε οριστικά και αμετάκλητα από τις εκπαιδευτικές της δικαιοδοσίες. Το ενδιαφέρον της Ελληνορθόδοξης Μητρόπολης Σουηδίας και Σκανδιναβίας να ιδρύσει σχολείο υπό την αιγίδα της αναζωπυρώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, όταν με τη βοήθεια του Πατριαρχείου, των ελληνικών και σουηδικών αρχών φάνηκε να ξεπερνά την εσωτερική κρίση, στην οποία είχε περιέλθει . Σύμφωνα με ανακοινώσεις των ελληνικών φορέων στη Σουηδία και δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου στην Ελλάδα, η εκκλησία είχε σχεδιάσει πρωτοβουλίες ίδρυσης ελληνικού σχολείου, σχέδια το οποία δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ αλλά ούτε και διαψεύστηκαν από την εκκλησία. Ο Μητροπολίτης Σουηδίας και Σκανδιναβίας διευκρινίζοντας τις προθέσεις του, σε σχετική ερώτηση της ελληνικής ραδιοφωνικής εκπομπής Σήμερα (17/1/1979), απάντησε ως εξής:

«Μπορώ να πω ότι η οργάνωση της Ελληνορθόδοξης εκκλησίας δεν έχει φτάσει ακόμα σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δικά της σχολεία, όπως γίνεται σε πολλά κράτη που έχουν Έλληνες μετανάστες. Όταν υπάρξουν κατάλληλες συνθήκες, είναι φυσικό η εκκλησία να στρέψει το ενδιαφέρον της και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν ο σουηδικός νόμος το επιτρέψει» (Αρχείο Ελληνορθόδοξης ενορίας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου 1966-75).

Η ίδρυση του συλλόγου Ελλήνων εκπαιδευτικών Σουηδίας

Ο σύλλογος Ελλήνων εκπαιδευτικών Σουηδίας ιδρύθηκε από τους ομογενείς εκπαιδευτικούς που εργάζονταν ενταγμένοι στα σουηδικά σχολεία, το 1980.

1984

H ίδρυση του συλλόγου Ελλήνων εκπαιδευτικών αποσπασμένων από την Ελλάδα

Ο σύλλογος Ελλήνων εκπαιδευτικών αποσπασμένων από την Ελλάδα, ο οποίος ιδρύθηκε το 1984 και κάλυπτε, όπως δηλώνει και ο τίτλος του τους εκπαιδευτικούς του ΥΠΕΠΘ (περίπου 30-55 μέλη).

Ένωση Συλλόγων Ελλήνων Γονέων και Κηδεμόνων Σουηδίας

Πόλο συσπείρωσης των Ελλήνων σε πανσουηδικό επίπεδο αποτέλεσαν οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων. Στους συλλόγους αυτούς συμμετείχαν μόνο γονείς μαθητών που τα παιδιά τους φοιτούσαν στα ελληνικά σχολεία ελεύθερου χρόνου. Οι περισσότεροι σύλλογοι ιδρύθηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα. Το 1984 εννέα (9) από τους συλλόγους αυτούς ίδρυσαν ένα συντονιστικό όργανο, το οποίο το επόμενο έτος ονομάστηκε Ένωση Συλλόγων Ελλήνων Γονέων και Κηδεμόνων Σουηδίας και είχε 32 μέλη. Οι δραστηριότητες των συλλόγων αυτών αφορούσαν αποκλειστικά στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων στη Σουηδία και έχουν υποστηριχθεί εξ αρχής από το ελληνικό κράτος. Στο θέμα αυτό οι σύλλογοι γονέων συγκρούστηκαν αρκετές φορές με την Ο.Ε.Σ.Κ.Σ., και σ’ ένα βαθμό και την ελληνορθόδοξη εκκλησία της Στοκχόλμης.

1986

Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης

Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος, αναζητώντας στηρίγματα στο σουηδικό κράτος (αναγνώριση της δραστηριότητας, παραχώρηση αιθουσών και οικονομικές επιχορηγήσεις), έχασε νωρίς τον έλεγχο του σαββατιάτικου σχολείου του που πέρασε σύντομα στα χέρια των σουηδικών σχολικών αρχών και μετεξελίχτηκε σε πολιτιστική δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, η οποία σταμάτησε οριστικά το 1986.

Τον τελευταίο χρόνο λειτουργίας του θεσμού, το 1985, ο συνολικός αριθμός των παιδιών που συμμετείχαν στις δραστηριότητες αυτές είχε αυξηθεί στα 1.090, από τα 600 του έτους 1976. Δέκα εφτά (17) μεταναστευτικές ομάδες διαφόρων εθνοτήτων είχαν αξιοποιήσει και αγκαλιάσει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα σαν κάτι δικό τους. Χάρη στη διδασκαλία που διεξαγόταν, οι δραστηριότητες αποκαλούνταν κατά περίπτωση «Κινέζικο σχολείο», «Κορεατικό σχολείο» κ.ο.κ. Ειδικά για τις μικρές σε αριθμό μεταναστευτικές ομάδες στη Στοκχόλμη, τα «σχολεία» αυτά ήταν ζήτημα πολιτιστικής και γλωσσικής επιβίωσης, γι αυτό και η συμμετοχή τους υπήρξε καθολική. Επειδή οι οικονομικές ενισχύσεις από τις αρχές ήταν ανεπαρκείς για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων, πολλοί μετανάστες προσέφεραν υπηρεσίες χωρίς αμοιβή. Η απόφαση για την κατάργηση των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου για παιδιά μεταναστών ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, γιατί ο αριθμός των παιδιών που συμμετείχαν παρουσίαζε προοδευτική αύξηση και η λειτουργία τους ήταν ομαλή και πολύτιμη. Η σχετική απόφαση πάρθηκε από το Συμβούλιο εκπαίδευσης Στοκχόλμης στις 13/2/1986 και το εκπαιδευτικό προσωπικό πληροφορήθηκε το γεγονός μέσω του διευθυντή του μεταναστευτικού τμήματος:

«Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες των σχολείων και τα άρθρα των εφημερίδων, οι περικοπές και οι οικονομίες σε διάφορους σχολικούς χώρους οφείλονται στη δεινή οικονομική κατάσταση του δήμου Στοκχόλμης […]. Ήδη από τώρα είναι ξεκάθαρο ότι ορισμένες γλωσσικές ομάδες θα συνεχίσουν με δική τους ευθύνη […]. Τα έξοδα που θα γίνουν βαραίνουν τον κάθε σύλλογο ή οργάνωση που εκπροσωπεί την κάθε γλωσσική ομάδα. (Inandrarsektionen i Stockholms skolor, 1986).

Ο διευθυντής για τη διδασκαλία των μεταναστών στο δήμο Spånga με επιστολή του στη Διεύθυνση Σχολείων και στο Συμβούλιο εκπαίδευσης (18/03/1986) σχολίασε ως εξής την απόφαση κατάργησης των δραστηριοτήτων:

«Η απόφαση για καθολική κατάργηση με κάνει να αμφιβάλλω για το ενδιαφέρον τους (της Διεύθυνσης σχολείων). Από τη πλευρά μου θα ήθελα να πω τα εξής: Ποτέ δεν έχει προσφερθεί κάτι τόσο πολύτιμο σε πολλούς με τόσο λίγο κόστος. [….]. Η Διεύθυνση Σχολείων δεν έχει δώσει πληροφορίες σε κανέναν θιγόμενο για την κατάργηση, ούτε στους προϊσταμένους και στους υπεύθυνους της δραστηριότητας, ούτε στους γονείς και στους μαθητές. […]. Σε μία εποχή που όλα δείχνουν ότι το κλίμα σκληραίνει για τους μετανάστες μας, είναι δυσάρεστο να γίνονται τόσο αδέξιοι και τόσο αντιδημοκρατικοί χειρισμοί για ένα τέτοιο ζήτημα. Η ευθύνη γι΄ αυτό βρίσκεται στη Διεύθυνση Σχολείων και στο Συμβούλιο εκπαίδευσης. Η απόφαση για την κατάργηση πρέπει να σχιστεί» (Invandrarundervisningens avdelning i Spånga kommun, 1986).

Αυτό ήταν το τέλος των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου για τα παιδιά των μεταναστών, με ευθύνη των σχολικών αρχών της Στοκχόλμης. Παρά τις ισχυρές αντιδράσεις των μεταναστών οι δραστηριότητες δεν αποκαταστάθηκαν, έκτοτε. Αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε στη διαχείριση του θέματος από την πλευρά των σχολικών αρχών είναι πάνω απ’ όλα οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις που έθεταν για έλεγχο των δραστηριοτήτων.

Διάλυση του συλλόγου Ελλήνων εκπαιδευτικών Σουηδίας

Ο σύλλογος Ελλήνων εκπαιδευτικών Σουηδίας που ιδρύθηκε από τους ομογενείς εκπαιδευτικούς που εργάζονταν ενταγμένοι στα σουηδικά σχολεία το 1980, αυτοδιαλύθηκε με απόφαση Γενικής Συνέλευσης στις 10/4/1995.

2001

Παύση λειτουργίας του συλλόγου Ελλήνων εκπαιδευτικών αποσπασμένων από την Ελλάδα

Ο σύλλογος Ελλήνων εκπαιδευτικών αποσπασμένων από την Ελλάδα, ο οποίος ιδρύθηκε το 1984 και κάλυπτε, όπως δηλώνει και ο τίτλος του τους εκπαιδευτικούς του ΥΠΕΠΘ (περίπου 30-55 μέλη). Ο σύλλογος αυτός έπαυσε να λειτουργεί το 2001.

Αποσπάσματα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου

“Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ”

Posted in: Uncategorized