Από το 2006, είχαν ακουστεί οι πρώτες προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο που εγκυμονούν τόσο η ενδεχόμενη πτώση των τιμών ακινήτων στις ΗΠΑ όσο και η «φούσκα» της αγοράς τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης, των διαβόητων πλέον «subprime». Και πράγματι, οι πρώτες δυσκολίες στην εν λόγω αγορά δεν άργησαν να φανούν.
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2007
Ήταν στις αρχές του 2007, και πιο συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο, όταν η Bear Stearns, η τέταρτη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι ήρθε αντιμέτωπη με προβλήματα ρευστότητας. Η κρίση ουσιαστικά είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά ήταν ελάχιστοι αυτοί που μπορούσαν να φανταστούν την έκταση και ένταση που έμελλε να αποκτήσει.
Για πρώτη φορά αρχίζει τότε το ευρύτερο κοινό να μαθαίνει για τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου ή αλλιώς «subprime loans». Ιδού τι έχει συμβεί με απλά λόγια: Η κατακόρυφη άνοδος των επιτοκίων δεν επιτρέπει σε ένα αρκετό μεγάλο τμήμα των πολιτών να καταφέρει να αποπληρώσει τα δάνεια του, όμως οι τράπεζες έχουν ήδη προχωρήσει σε «τιτλοποίηση» αυτών των δανείων και με τα χρήματα που εισέπρατταν προχωρούσαν σε εκ νέου δανειοδοτήσεις.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεγάλη πίεση στις τιμές των τιτλοποιημένων.
ΙΟΥΝΙΟΣ 2007
Έτσι, από τον Ιούνιο του 2007 δύο μεσαίου μεγέθους hedge funds της Bear Sterns κλονίστηκαν από τα προβλήματα ρευστότητας και τελικά κατέρρευσαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους . Ήταν τα πρώτα σε μια όλο και μεγαλύτερη αλυσίδα από όλο και πιο διακεκριμένα και ηχηρά ονόματα του χώρου.
Δεκατρείς μόλις μήνες μετά, οι συνολικές ζημιές των τραπεζών ξεπερνούν παγκοσμίως τα 500 δις. δολάρια και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι θα ανέλθουν στο 1 τρις. δολάρια.
Οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να δέχονται ισχυρές πιέσεις και οι κεντρικές τράπεζες στην προσπάθεια τους να στηρίξουν τις αγορές προχωρούν σχεδόν καθημερινά μέσω συντονισμένων παρεμβάσεων σε «ενέσεις» ρευστότητας.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται και οι μειώσεις επιτοκίων με πιο επιθετική μέχρι στιγμής την Fed, η οποία «πετσόκοψε» το βασικό παρεμβατικό επιτόκιο του δολαρίου μέχρι το 2% , ενώ όλοι σχεδόν οι οικονομολόγοι του πλανήτη παραδέχονται ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε φάση βαθιάς ύφεσης με άδηλο το μέλλον.
Πολλοί δε «γκουρού» των παγκόσμιων αγορών χαρακτηρίζουν την παρούσα κρίση τη χειρότερη της ιστορίας, ακόμη πιο επικίνδυνη και από το ιστορικό κραχ του 1929.
Πώς όμως φθάσαμε ως εδώ;
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2007
Με το που αρχίζει η παγκόσμια χρηματοοικονομική κοινότητα να μη πληροφορείται για τον ιό «subprime» αναθεωρούνται προς τα κάτω οι βαθμολογήσεις των τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης και άλλων σχετικών προϊόντων. Οι τιμές συνεχώς μειώνονται.
Στην επόμενη φάση οι τράπεζες αναγκάζονται να προχωρήσουν σε απευθείας δανεισμό, καθώς αδυνατούν πλέον να τιτλοποιήσουν και στη συνέχεια να πουλήσουν τα νέα δάνεια που είχαν εκδοθεί. Η έκδοση τιτλοποιημένων τίτλων σταματά απότομα και στις 9 Αυγούστου του ίδιου έτους η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Fed, προκειμένου να εξομαλύνουν την κατάσταση στη διατραπεζική αγορά, παρεμβαίνουν παρέχοντας ρευστότητα 95 και 38 δις. δολαρίων αντίστοιχα.
Ήδη τα προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα αποτελούν γεγονός, καθώς οι ανακοινώσεις των λογιστικών αποτελεσμάτων όλων των διεθνών τραπεζών δείχνουν ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2007
Πριν ακόμη σβήσει ο απόηχος από τις δυσοίωνες ανακοινώσεις της Bear Stearns τον Σεπτέμβριο του 2007 ήρθε η σειρά της Northern Rock, της πέμπτης μεγαλύτερης στεγαστικής τράπεζας της Βρετανίας, η οποία αδυνατώντας πλέον να χρηματοδοτήσει το ενεργητικό της, που περιείχε σημαντικό ποσοστό τιτλοποιημένων τίτλων στεγαστικών δανείων, καταρρέει και η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας, παρεμβαίνει και προχωρά στην κρατικοποίηση της προκειμένου να τη σώσει.
Από εκεί και πέρα η κρίση των subprime πήρε μορφή χιονοστιβάδας:
Στις αρχές του 2008 οι επιπτώσεις της κρίσης γίνονται αισθητές στην πραγματική οικονομία. Στις ΗΠΑ ο ρυθμός ανάπτυξης υποχωρεί και η Fed για να εξασφαλίσει στην οικονομία ασπίδα ενάντια στην ύφεση αναγκάζεται να προχωρήσει σε δύο διαδοχικές μειώσεις των αμερικάνικων επιτοκίων κατά 0,5% και 0,7%.
ΜΑΡΤΙΟΣ 2008
Τον Μάρτιο του 2008 παρατηρείται διόγκωση του προβλήματος της έλλειψης ρευστότητας. Οι τράπεζες παρουσιάζονται πλέον εξαιρετικά διστακτικές σε νέα δάνεια και απαιτούν υψηλότερο τόκο όταν το κάνουν, ενώ παράλληλα ένας σημαντικός αριθμός επενδυτικών οίκων και hedge funds αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα.
Παρόλο που η αμερικάνικη κυβέρνηση προσέφερε πακέτο βοήθειας με φοροαπαλλαγές 150 δισ. δολαρίων, καταρρέει τελικά η Bear Stearns και η Fed προσφέρει εγγυήσεις προκειμένου η JP Morgan να προχωρήσει στην εξαγορά της.
Παράλληλα μικρότερες τράπεζες καταρρέουν η μία μετά την άλλη, ανήμπορες να στηριχθούν από κάπου την ώρα που δίπλα τους διακεκριμένοι τραπεζικοί κολοσσοί κάνουν διαρκώς ανακοινώσεις που αφορούν σημαντικές ζημιές στα μέχρι πρότινος ακλόνητα χαρτοφυλάκια τους.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2008
Την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008 ξεκινάει η τελευταία και κρισιμότερη ίσως φάση της κρίσης με την κυβέρνηση των ΗΠΑ να πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη επιχείρηση «διάσωσης» στην ιστορία της, θέτοντας υπό καθεστώς προστασίας της Fannie και Freddie, που καλύπτουν σχεδόν το 50% της αγοράς των στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ, και προχωρώντας στην κρατικοποίηση τους.
Παράλληλα, έπειτα από συνεννόηση μαζί τους, δεσμεύθηκε να τους παράσχει 200 δισ. 4ολάρια και ενεργοποίησε επίσης ένα πρόγραμμα που επιτρέπει στο κράτος να αγοράζει mortgage-backed securities (MBS), αξιόγραφα που έχουν εκδώσει οι Fannie και Freddie με βάση στεγαστικά δάνειά τους. Με αυτόν τον τρόπο κατέληξε να έχει στην κατοχή της το 79,9% από κάθε μια, αποδεχόμενη warrants στην ονομαστική του τιμή.
Μέσα στην επόμενη εβδομάδα δύο ακόμη κορυφαίες επενδυτικές τράπεζες, οι Lehman και Merrill Lynch, δηλώνουν πτώχευση, ενώ την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου πριν από το άνοιγμα των αγορών η Fed προχωράει στην ανακοίνωση του σχεδίου βοήθειας που αποφάσισε να παρέχει στην κεφαλαιαγορά.
Έτσι, προκειμένου να διευκολύνει τις σχέσεις των τραπεζών με τα συνεργαζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επιτρέπει πλέον την πρόσβαση και διευρύνει την ποικιλία των εγγυήσεων που απαιτούνται για το Primary Credit Facility (PDCF) για διάστημα ως τις 30 Ιανουαρίου του 2009.
Παράλληλα, οι Bank of America, Barclays, Citibank, Credit Suisse, Deutsche Bank, Goldman Sachs, JP Morgan, Merrill Lynch, Morgan Stanley και UBS δεσμεύτηκαν για τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου, όπου η κάθε μια θα συνεισφέρει 7 δισ. δολάρια. Με αυτόν τον τρόπο όποια από τις συμμετέχουσες έχει άμεση ανάγκη για ρευστότητα θα μπορεί να παίρνει από αυτά τα 7 δισ. προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της για ρευστότητα.
Την επόμενη κιόλας ημέρα, όμως, 4ευτέρα 15 Σεπτεμβρίου, η Lehman Brothers Holdings Inc δεν χαίρει της ίδιας αντιμετώπισης από την κυβέρνηση και πτωχεύει.
Σχεδόν ταυτόχρονα, η Bank of America αναγγέλλει την εξαγορά της Merrill Lynch, αντί 50 δισ. δολ., με ανταλλαγή μετοχών και κοστολογώντας τη μετοχή της Merrill στα 29 δολάρια, αφού η ονομαστική αξία της συγκεκριμένης μετοχής είχε πέσει κατά 36.2% μία εβδομάδα πριν από την συγκεκριμένη συμφωνία, εξαιτίας της κρίσης.
Την επόμενη μέρα, Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου, η Fed και το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ γνωστοποιούν την απόφαση τους να σώσουν την American International Group (AIG), η οποία ημικρατικοποιήθηκε και άλλαξε management καθώς το διοικητικό συμβούλιο της Fed εξουσιοδότησε τη Fed της Νέας Υόρκης να παράσχει 85 δισ. δολάρια στην AIG, αποκτώντας έτσι το 79.9% του ασφαλιστικού ομίλου. Παράλληλα, η Barclays δηλώνει πως προτίθεται να εξαγοράσει τη Lehman Brothers and Capital Markets businesses, που αποτελεί τμήμα της Lehman Brothers Holdings Inc.
Μία ημέρα μετά, την Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, προκειμένου να προστατεύσει τους επενδυτές από πρακτικές κατάχρησης του short selling εξέδωσε νέους κανόνες, τονίζοντας ότι θα είναι εξαιρετικά αυστηρή σε κάθε απόπειρα που θα υποπέσει στην αντίληψη της.
Επιπλέον, για να μπορέσει η Fed να βρει τα απαραίτητα κεφάλαια προκειμένου να φέρει εις πέρας τις πρωτοβουλίες που ανάλαβε, η ίδια σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών ανακοινώνει την ειδική έκδοση ομολόγων μαζί με ένα ανεξάρτητο πρόγραμμα δημοπρασιών.
Έτσι με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι της Fed συμβάλλουν στο να γίνει ευκολότερα η απορρόφηση από το τραπεζικό σύστημα περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν έχουν μεγάλη αποδοχή στην ελεύθερη αγορά.
Τα λεγόμενα less liquid assets from the banking system ονομάστηκαν από τους αναλυτές και τους δημοσιογράφους toxic assets, δηλαδή τοξικά στοιχεία ενεργητικού.
Ταυτόχρονα όμως η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ αρνείται να προχωρήσει σε περαιτέρω μείωση των επιτοκίων της προκαλώντας νέο στρες στις κεφαλαιαγορές. Την Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου, οι κύριες Κεντρικές Τράπεζες του κόσμου Bank of Canada, Bank of England (BOE), European Central Bank (ECB), Federal Reserve, Bank of Japan (BOJ) και η Swiss National Bank (SNB), ανακοίνωσαν ότι, προκειμένου να διαχειριστούν τις αυξημένες πιέσεις στις αγορές ομολόγων δολαρίου μικρής διάρκειας, θα προχωρήσουν σε αύξηση ύψους 180 δισ. δολαρίων της παγκόσμιας ρευστότητας που σχετίζεται με το δολάριο. Και όλα αυτά, τη στιγμή που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ προσπαθεί να εξαλείψει τη στρέβλωση της τάσης των μετοχών, αναγκάζοντας τους μεγάλους παίκτες των αγορών να δίδουν καθημερινά εικόνα των short θέσεων τους, απόφαση που φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση αρκετά από τα hedge funds. Μετά τις σχετικές κινήσεις των κυβερνήσεων δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριξαν ότι επί της ουσίας δεν υπάρχει γενικευμένη κρίση του τραπεζικού συστήματος, απλώς μερικές μεμονωμένες τράπεζες βρίσκονται σε κρίση. Οι εξελίξεις όμως μέχρι στιγμής τους διαψεύδουν.
Την επομένη, Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου, η Fed προχωράει σε νέες ανακοινώσεις, οι οποίες αφορούν το πρόγραμμα παροχής ρευστότητας προς τις αγορές, και το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοινώνει το πρόγραμμα εγγύησης για τα αμοιβαία που δραστηριοποιούνται στις αγορές διαθεσίμων.
Ανέκαθεν οι συντηρητικοί επενδυτές προτιμούσαν τις αγορές διαθεσίμων αφού, παρόλο που δεν επιφύλασσαν μεγάλες αποδόσεις, τους εξασφάλιζαν τη σιγουριά ότι είναι σχεδόν αδύνατο να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου τους.
Με αφορμή το ότι η αξία του αμοιβαίου έπεσε τόσο πολύ, ώστε κάθε δολάριο που επενδύθηκε προκάλεσε απώλειες κεφαλαίου, ο πρόεδρος Μπους προκειμένου να μην χάσουν τα λεφτά τους όσοι είχαν επενδύσει σε αμοιβαία ενέκρινε τη χρήση των διεξόδων που υπάρχουν, με αποτέλεσμα ο υπουργός Οικονομικών να προχωρήσει σε αγορές και πωλήσεις χρυσού, συναλλάγματος, ομολόγων και μετοχών που περνούν από την έγκριση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Επιπροσθέτως, μέσα σε μια μόλις εβδομάδα – στις 24 Σεπτεμβρίου – και υπό το βάρος των διαγραφόμενων καταστροφικών εξελίξεων στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα, η κυβέρνηση Μπους αναλαμβάνει και νέες πρωτοβουλίες, όπως την «Επείγουσα Νομοθεσία Οικονομικής Σταθεροποίησης 2008» (Emergency Economic Stabilization Act 2008) που θα γίνει ευρύτερα γνωστή ως « Σχέδιο Paulson» από το όνομα του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών. Το σχέδιο βασίζεται σε πέντε άξονες: στη σταθεροποίηση της οικονομίας, την προστασία των ιδιοκτητών κατοικιών, την προστασία των φορολογουμένων, την «παρακολούθηση» των αποδοχών υψηλόβαθμων στελεχών και την ισχυρότερη επόπτευση των αγορών.
Έτσι, το υπουργείο Οικονομικών λαμβάνει 700 δισ. δολάρια προκειμένου να εξαγοράσει στεγαστικά δάνεια καθώς και άλλα πάγια τα οποία πιέζουν τους ισολογισμούς των χρηματοοικονομικών ομίλων, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση στον δανεισμό ιδιωτών (οικογενειών), μικρών επιχειρήσεων και εταιρειών, καθεστώς το οποίο εμποδίζει τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Βάσει του σχεδίου, το υπουργείο Οικονομικών έχει τη δυνατότητα «διευκόλυνσης» δανείων που έχουν λάβει ιδιώτες, προκειμένου να μην αναγκαστούν να χάσουν τις κατοικίες τους. Επίσης παρέχει τη δυνατότητα και σε άλλες ομοσπονδιακές αρχές να πράξουν ανάλογα και διευρύνει τη δυνατότητα χρήσης του προγράμματος HOPE για τους ιδιοκτήτες κατοικιών, αφού παρέχει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στο υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης ώστε να βοηθήσει τους ιδιοκτήτες ακινήτων.
Σύμφωνα με τους εμπνευστές του σχεδίου, οι φορολογούμενοι δεν θα κληθούν να πληρώσουν τα λάθη της Wall Street. Αφού βάσει του νόμου οι εταιρείες οι οποίες πωλούν «τοξικές επενδύσεις» στην κυβέρνηση οφείλουν να παράσχουν εγγυήσεις ώστε οι φορολογούμενοι να επωφεληθούν στο μέλλον από τη βελτίωση των δραστηριοτήτων των εν λόγων εταιρειών. Επίσης, απαιτείται από τον πρόεδρο η δημιουργία ενός νέου νομοθετικού πλαισίου βάσει του οποίου το 4ημόσιο θα καλύπτει όλες τις απώλειες που ενδέχεται να προέλθουν από το πρόγραμμα και θα βαρύνουν τους φορολογουμένους και προκειμένου να επιτευχθεί αυτό θα υπάρξει επιβολή μικρής οικονομικής επιβάρυνσης για κάθε χρηματοοικονομικό όμιλο που συμμετέχει στο πρόγραμμα. Το σχέδιο Paulson περιλαμβάνει και την «παρακολούθηση» των αποδοχών των ανωτάτων τραπεζικών στελεχών, αφού σε όσους επικεφαλής πραγματοποίησαν λανθασμένες επενδύσεις δεν θα επιτραπεί να «φορτώσουν» τα λάθη τους στην κυβέρνηση και κατόπιν να αποχωρήσουν από τις εταιρείες έχοντας λάβει εκατομμύρια δολάρια σε παχυλά bonus.
Προκειμένου να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα οι τράπεζες μάλιστα θα χάσουν συγκεκριμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οφείλουν να μειώσουν τις αποδοχές υψηλόβαθμων στελεχών.
Επίσης, το πρόγραμμα μειώνει τα επονομαζόμενα «χρυσά αλεξίπτωτα», ενώ απαιτεί bonus τα οποία δεν έχουν πραγματικά «κερδηθεί» να επιστραφούν.
Το σχέδιο διάσωσης των αμερικανικών τραπεζών πάντως δεν φαίνεται να πείθει τους επενδυτές, ενώ οι ασκούντες αυστηρή κριτική όλο και αυξάνεται. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των πολέμιων του σχεδίου είναι ότι η ένεση ρευστότητας 700 δισ. δολαρίων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ θα προσφέρει προσωρινή ανακούφιση και δεν αποτελεί λύση στο ουσιαστικό πρόβλημα.
Σύμφωνα με τον κορυφαίο επενδυτή Marc Faber, ο οποίος θεωρείται ότι είχε προβλέψει το κραχ του 1987 («Μαύρη 4ευτέρα»), το πραγματικό κόστος του σχεδίου μπορεί να φθάσει έως και τα πέντε τρισ. δολάρια, ένα ποσό το οποίο δεν φαίνεται να μπορεί να σηκώσει η αμερικανική οικονομία.
Μια επιπλέον «αντίρρηση» των παραγόντων της αγοράς στηρίζεται στο γεγονός ότι ανεξάρτητα από τα οφέλη του σχεδίου διάσωσης, αυτή που έχει πραγματικό πρόβλημα είναι η οικονομία των ΗΠΑ, ένα πρόβλημα που οι αρμόδιοι επιλέγουν να αγνοούν.
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008
Το αμφιλεγόμενο σχέδιο απορρίπτεται αρχικά από το Κογκρέσο προκαλώντας νέα ρίγη στην παγκόσμια οικονομία και βαρύτατες απώλειες στις αγορές, αλλά τελικά ψηφίζεται το βράδυ της Παρασκευής 3 Οκτωβρίου εν μέσω πρωτοφανών πολιτικών πιέσεων από τους ηγέτες και των δύο κομμάτων.
Ο τέως πρόεδρος της Fed της Ατλάντα William Ford υπολογίζει ότι το κόστος των πρωτοβουλιών που ανέλαβαν η Fed και το υπουργείο Οικονομικών κυμαίνεται μεταξύ των 800 δισ. δολαρίων και 2 τρισ., αλλά η πιο χαρακτηριστική ίσως αντίδραση προέρχεται από τον γερουσιαστή Τζιμ Μπάνινγκ, που δηλώνει χαρακτηριστικά: «Μετά τις πρόσφατες αποφάσεις της κυβέρνησης Μπους, οι Αμερικανοί του χρόνου, αντί τις 4ης Ιουλίου, θα γιορτάσουν την «απελευθέρωση της Βαστίλης». Η ελεύθερη αγορά των ΗΠΑ πέθανε. Ακόμα και τα τρισέγγονα μου θα είναι φορτωμένα με τα υπολογιζόμενο σε 1 τρισ. δολάρια χρέος που τους άφησε η υλοποίηση αυτών των προτάσεων».




Posted on 2010/04/28
0