ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Posted on 2010/04/28

0


Από όλα τα παραπάνω είναι φανερό πως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της κοινωνίας μας. Έτσι το ερώτημα για τη μελλοντική πορεία των αγορών παραμένει ανοιχτό. Στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων οι ζημιές αντικατέστησαν τα κέρδη και η οικονομική ύφεση αποτελεί πλέον το νέο πρόσωπο της οικονομικής πραγματικότητας. Προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση και να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης, τόσο ανάμεσα στις τράπεζες όσο και στους επενδυτές, είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν νέα μέτρα στις αγορές, τα οποία θα περιλαμβάνουν νέες αποτελεσματικές ασφαλιστικές δικλίδες.

Ξεκινώντας από τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων ένα βασικό πρόβλημα, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, είναι φερ’ ειπείν οι περιβόητοι τοπ μάνατζερ και τα «χρυσά παιδιά» του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού στερεώματος, οι οποίοι, προκειμένου να απολαμβάνουν μεγάλα bonus, παραμερίζουν τους μακροοικονομικούς κινδύνους των επιλογών τους και προχωρούν σε τακτικές που, ενώ τους εξασφαλίζουν άμεσα υπέρογκα κέρδη, επιφυλάσσουν σημαντικούς μακροχρόνιους κινδύνους για την οικονομία.

Περνώντας στη συνέχεια στα χρηματιστήρια βλέπουμε πως παρόλο που η ελληνική χρηματαγορά είχε περιορισμένη έκθεση στα subprime, η διεθνοποίηση της αγοράς δημιούργησε έμμεσες πιέσεις, που γίνονται πιο εμφανείς όταν υπολογίσει κανείς τις απώλειες που σημείωσε ο Γενικός δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών οι οποίες ξεπερνούν το 45%, ποσοστό που είναι από τα μεγαλύτερα των τελευταίων ετών και έχει φέρει τις τιμές πολλών μετοχών χαμηλότερα και από το «ναδίρ» της κρίσης του 1999. Τα νούμερα αυτά σίγουρα προκαλούν φόβο και συναίσθημα πανικού, αλλά παράλληλα δημιουργούν και εύφορο έδαφος για ευκαιρίες.

Άλλωστε η ρήση του θρυλικού Εβραίου τραπεζίτη Μόργκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα, «αγοράζω μετοχές όταν το αίμα κυλάει στους δρόμους» ακούγεται μεν κυνική και απάνθρωπη, αλλά έχει επιβεβαιωθεί κατ’ επανάληψη αφού τις μεγαλύτερες κρίσεις διαδέχθηκαν πάντοτε εκρηκτικές άνοδοι σε όλα τα χρηματιστήρια.

Οι επενδυτές οφείλουν βέβαια να εγκαταλείψουν τα λανθασμένα μοντέλα επενδυτικής συμπεριφοράς προκειμένου με αυτό τον τρόπο να ενισχύσουν την αγορά και τελικά και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Θα πρέπει, π.χ. να περιοριστεί η αλόγιστη χρήση των margin accounts Καθώς η πίστωση είναι εν μέρει ένα εξαιρετικό χρήσιμο εργαλείο, αλλά μόνο όταν χρησιμοποιείται με μέτρο και σε περιόδους που παρουσιάζεται ισχυρή ανοδική τάση.

Ακόμα θα πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεχτικοί στις επιλογές τους και να μην προχωρούν σε αγορές μετοχών βασιζόμενοι σε φημολογίες καθώς, προκειμένου να επιτύχει τους επενδυτικούς του στόχους, είναι εξαιρετικής σημασίας να αντιληφθεί ότι οι επιλογές του θα πρέπει να βασίζονται στο προφίλ και την ιδιοσυγκρασία που ο ίδιος έχει διαμορφώσει όλο το προηγούμενο καιρό.

Παράλληλα η επιλογή εταιρειών θα πρέπει να πάψει να γίνεται με μοναδικό κριτήριο την πτώση της τιμής της αντίστοιχης μετοχής στο χρηματιστήριο.

Ακόμη, δεν θα πρέπει να εμμένουμε σε κάποιες εταιρείες οι οποίες στο παρελθόν βρίσκονται ανάμεσα στα φαβορί των επενδυτικών επιλογών, αλλά που τώρα τα μεγέθη τους δεν δικαιολογούν καλύτερα αποτίμηση.

Γενικά όλοι θα πρέπει να επιδιώκουν διατήρηση της ρευστότητας σε τέτοιες περιόδους κρίσης ώστε να την αξιοποιούν σωστά στην αγορά μετοχών, με καλή μερισματική απόδοση και σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Επιπλέον σκόπιμο θα ήταν τα χαρτοφυλάκια να χαρακτηρίζονται από μεγάλη διασπορά των επενδύσεων, γεγονός που προαπαιτεί τη χρήση πολλαπλών επενδυτικών εργαλείων ώστε να διαμοιραστεί ο κίνδυνος.

Τα παράγωγα προϊόντα μέχρι σήμερα δυστυχώς χρησιμοποιούνται κυρίως κερδοσκοπικά, ενώ βασική τους χρήση θα έπρεπε να είναι και η αντιστάθμιση κινδύνου, το γνωστό hedging. Οι Έλληνες επενδυτές θα πρέπει να εκπαιδευτούν στη σωστή χρήση τους και να συμβουλεύονται τους ειδικούς αφού οι ξένοι οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη Σοφοκλέους διαθέτουν τη σχετική τεχνογνωσία, με αποτέλεσμα ο αγώνας να είναι άνισος. Η ορθή χρήση των παραγώγων μπορεί να εξασφαλίσει από πολλούς κινδύνους, αλλά και να χαρίσει πλούσια κέρδη, όπως αποδείχθηκε – και μάλιστα κατά κόρον – και στην παρούσα κρίση.

Τα εμπορεύματα παραμένουν ακόμα άγνωστα για μεγάλο τμήμα του εγχώριου επενδυτικού κοινού, με μοναδικές εξαιρέσεις τον χρυσό και το πετρέλαιο. Κι εδώ όμως οι επενδυτικές επιλογές έχουν διευρυνθεί (π.χ. ETFs) και οι εγχώριοι «παίκτες» καλό θα ήταν να μάθουν να τις αξιοποιούν.

Γενικότερα, είναι γνωστό ότι ο χειρότερος σύμβουλος για τη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων σε περιόδους κρίσης και μη είναι ο πανικός.

Οι σωστοί επενδυτές θα πρέπει να είναι συνεχώς ενημερωμένοι και να παρακολουθούν προσεχτικά τις εξελίξεις προκειμένου να μην αιφνιδιάζονται και οδηγούμενοι από καθαρό πανικό να προχωρούν σε λανθασμένες επιλογές οι οποίες σε περιόδους κρίσης μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες.

Ο πρώτος κανόνας των επαγγελματιών διαχειριστών κεφαλαίων (fund managers) λέει: «Μάθε να βγαίνεις ζωντανός από τις κρίσεις καθορίζοντας έγκαιρα το όριο απωλειών που μπορείς να αντέξεις (stop loss)».

Όσον αφορά τις καταθέσεις των πολιτών στις τράπεζες, είναι αλήθεια ότι οι εξελίξεις που συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι έχουν τσακίσει τν ψυχολογία των πολιτών, οι οποίοι εκφράζουν σημαντικούς φόβους για το μέλλον των τραπεζικών καταθέσεων τους.

Για ακόμη μία φορά οι υπερβολικές φοβίες μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικές καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα χαρακτηρίζεται από σχετική σταθερότητα, αλλά ένα αποσύρουν μαζικά την εμπιστοσύνη τους οι εγχώριοι καταθέτες, κινδυνεύουμε να επιστρέψουμε σε έναν «χρηματοοικονομικό μεσαίωνα» (με λεφτά κάτω από το στρώμα κ.λπ.), ο οποίος θα έχει απρόβλεπτη κατάληξη. Οι μεγάλες τράπεζες δεν φαίνεται να απειλούνται από άμεσο κίνδυνο αφού οι περισσότερες εμφανίζουν καθησυχαστικά επίπεδα ρευστότητας τα οποία οφείλονται στις σημαντικές καταθετικές βάσεις που διαθέτουν.

Ακόμη όσοι έχουν καταθέσεις που δεν ξεπερνούν τα 20.000 ευρώ σε κάθε τράπεζα δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο ανησυχίας καθώς ο νόμος εξασφαλίζει σε κάθε καταθέτη αποζημίωση μέχρι και 20.000 ευρώ από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων για τις καταθέσεις που αυτός τηρεί ανά τράπεζα. Άρα λοιπόν οι καταθέσεις τέτοιου ύψους είναι ασφαλείς και εγγυημένες, ενώ το ποσόν που θα καταβληθεί δεν εξαρτάται από τον αριθμό των λογαριασμών, το νόμισμα και τη χώρα στο πλαίσιο της οποίας λειτουργεί η αντίστοιχη τράπεζα.

Το ανώτατο όριο κάλυψης δεν προκύπτει αυθαίρετα. Για τον υπολογισμό του λαμβάνονται υπόψη το σύνολο των καταθέσεων και των υποχρεώσεων του πελάτη. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι αυτοί που έχουν δάνεια θα απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους σε περίπτωση που η συγκεκριμένη τράπεζα καταρρεύσει. Αντιθέτως, το δάνειο παραμένει σε ισχύ και ο κάτοχος του οφείλει να αποπληρώνει κανονικά τις δόσεις του, καθώς το χαρτοφυλάκιο δανείων αποτελεί «περιουσιακό στοιχείο» της τράπεζας και μπορεί να πωληθεί σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

Ένας τρόπος προκειμένου να εξασφαλιστεί εγγύηση μεγαλύτερου ποσού είναι η διασπορά των καταθέσεων σε διαφορετικές τράπεζες και όχι η συγκέντρωση μεγάλου ποσού σε μία μόνο τράπεζα.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να τονίσουμε ότι το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων δεν καλύπτει ομολογίες και τραπεζικά ομόλογα που έχουν εκδοθεί από πιστωτικά ιδρύματα, υποχρεώσεις από αποδοχές συναλλαγματικών και από υποσχετικές επιστολές ή γραμμάτια έκδοσής τους ή repos ακόμα και εάν η τράπεζα καταρρεύσει.

Η απόκτηση και διατήρηση ρευστότητας στο σπίτι, είτε σε εγχώριο νόμισμα είτε σε δολάρια, αγγλικές λίρες ή ελβετικά φράγκα, ίσως ακούγεται ως μία αρκετά καλή επιλογή, αφού εξασφαλίζει πλήρη ασφάλεια από τους κινδύνους που προκαλεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε τέτοιες περιόδους κρίσης, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο κλοπών και διαρρήξεων. Είναι αρκετά εύκολο για τους κάθε λογής «αετονύχηδες». π.χ., να παρακολουθήσουν ποιος βγαίνει από την τράπεζα με σακούλα στο χέρι – ιδιαίτερα στην επαρχεία – και να του στήσουν ενέδρα, κυρίως εάν πρόκειται για ηλικιωμένο.

Η επιστροφή στις χρυσές λίρες θεωρείται μια «σίγουρη επιλογή», αρκεί να μην πέσει κανείς θύμα απάτης και αγοράσει κάλπικες καθώς οι τράπεζες δεν παραδίδουν λίρες, αλλά μόνο ένα χαρτί που βεβαιώνει ότι έχετε στην κατοχή σας χρυσές λίρες. Για να προμηθευτεί λοιπόν κανείς πραγματικές χρυσές λίρες πρέπει να απευθυνθεί στην μαύρη αγορά μαζί με τους κινδύνους που αυτή επιφυλάσσει. Στην ουσία, για τοποθετήσεις κεφαλαίων τα οποία ξεπερνούν τα 150.000 ευρώ μόνο τα οικόπεδα και τα χωράφια ενδείκνυται, η αγορά των οποίων όμως είναι χρονοβόρα και κοπιαστική.

Σχετικά με τα ομόλογα, με δεδομένο το κλίμα της διεθνούς πιστωτικής κρίσης που απειλεί το μέλλον της οικονομίας, αυτά δείχνουν να αποτελούν την ασφαλέστερη επενδυτική επιλογή που εκδίδουν όλα τα κράτη – μέλη της ευρωζώνης, όπως επίσης και το αμερικάνικο δημόσιο.

Μπορεί οι αποδόσεις που προσφέρουν να μην είναι ιδιαίτερα υψηλές και μάλιστα να μην καταφέρνουν να ξεπεράσουν συνήθως τον πληθωρισμό, είναι όμως σίγουρες αφού το ενδεχόμενο να κηρύξει σήμερα πτώχευση ένα κράτος είναι σχεδόν απίθανο.

Στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό παρατηρείται η τάση οι καταθέσεις να προχωρούν σε απόσυρση των χρημάτων από τις προθεσμιακές καταθέσεις και αντ’ αυτού να επενδύουν σε ομόλογα που παρέχει η European Investment Bank (EIB), του γερμανικού, του γαλλικού, του ελληνικού και του αμερικάνικου δημοσίου, τα οποία μάλιστα είναι αφορολόγητα και εξαιρετικά ασφαλή αφού εκδότριες και εγγυήτριες είναι οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών – μελών της ευρωζώνης.

Επιπλέον, οι τίτλοι αυτοί φυλάσσονται στην εκδότρια τράπεζα και δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας της. Απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου κάποιος να πάρει πίσω όλο το ποσό το οποίο επένδυσε αρχικά, είναι να περιμένει τη λήξη του ομολόγου. Βέβαια σε περίπτωση που στις ενδιάμεσες περιόδους που προηγούνται της λήξης η τιμή του ομολόγου ξεπεράσει την ονομαστική του αξία, ο κάτοχός του μπορεί να το ρευστοποιεί, και με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσει μεγαλύτερα οφέλη.

Τέλος όσο αφορά τα δάνεια, που κατά ένα μεγάλο ποσοστό αποτελούν και την ¨πέτρα του σκανδάλου¨ στην ιστορία της οικονομικής κρίσης, όσοι επενδυτές συναντούν δυσκολίες σχετικά με την αποπληρωμή του δανείου τους θα πρέπει να συζητήσουν με τους συμβούλους της τράπεζας τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να εξασφαλίσουν διευκολύνσεις προκειμένου οι μηνιαίες δόσεις του να γίνουν περισσότερο προσιτές.

Για όσους είχαν επιλέξει δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου μια καλή λύση είναι να προχωρήσουν σε αλλαγή του δανείου από το ευρώ σε ελβετικό φράγκο στο 4,5% σε αντίθεση με αυτό του ευρώ το οποίο ξεκινάει από 6,5% και μπορεί να φτάσει ακόμα και στο 7,5%.

Βέβαια ο δανειολήπτης θα επιβαρυνθεί επιπλέον κάποια προμήθεια, η οποία ανάλογα με την τράπεζα κυμαίνεται μεταξύ των 300 – 400 ευρώ ενώ θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του και τον συναλλαγματικό κίνδυνο των νομισμάτων καθώς η ισοτιμία των δύο νομισμάτων ενίοτε παρουσιάζει διακυμάνσεις. Σε περίπτωση που το δάνειο είναι σταθερού επιτοκίου μια τέτοια αλλαγή δεν είναι δυνατό να γίνει παρά μόνο εάν ο δανειολήπτης πληρώσει στην τράπεζα επιπλέον «πρόστιμο», το οποίο συνήθως αντιστοιχεί σε 3 μέχρι 6 δόσεις. Μια ακόμα εναλλακτική επιλογή είναι ο δανειολήπτης να πραγματοποιήσει μεταφορά του δανείου σε κάποια άλλη τράπεζα με σταθερή δόση για τα πρώτα χρόνια και επέκταση της χρονικής διάρκειας του δανείου.

Με αυτόν τον τρόπο δίνεται μια βραχυπρόθεσμη «ανάσα» στον δανειολήπτη, ο οποίος εξασφαλίζει αρκετά χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις για τον πρώτο καιρό, οι οποίες βέβαια στη συνέχεια μεταφέρονται στα επόμενα χρόνια.

Εν κατακλείδι, αυτό που συμβουλεύουν οι ειδικοί είναι να πρυτανεύσει η ψυχραιμία αλλά και η σύνεση, ο ρεαλιστικός σχεδιασμός και το γνωστό επενδυτικό χρονοδιάγραμμα. Μια επένδυση σε μετοχές για να αποδώσει ιδανικά πρέπει γενικά να γίνεται με ορίζοντα δεκαετίας, ένα κρατικό ομόλογο καλό είναι να διακρατείται για περίπου πέντε χρόνια, ένα ακίνητο αρχίζει να αποδίδει ως επένδυση μετά τη δεκαετία κ.ο.κ. Όλα αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη πολύ σοβαρά από τον επίδοξο επενδυτή. Είναι γεγονός φερ’ ειπείν ότι οδεύουμε προς μια ύφεση της οποίας η διάρκεια και το βάθος κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει.

Εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε όλο το πλανήτη έχουν ήδη χαθεί και κανείς δεν ξέρει για ποιόν μπορεί «να χτυπήσει η καμπάνα» και πότε. Ένας οικογενειάρχης, για παράδειγμα, πρέπει να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να χάσει τη δουλειά του και άρα να τοποθετήσει τα διαθέσιμά του έτσι ώστε να έχει εύκολη πρόσβαση αλλά και υψηλή απόδοση που μπορεί να του εξασφαλίσει το επιθυμητό επίπεδο διαβίωσης για όσο καιρό χρειαστεί.

About these ads
Posted in: Uncategorized