Τους έχει επηρεάσει πολύ η κρίση, σύμφωνα με έρευνα σε άτομα 18 έως 35 ετών
Της Λινας Γιανναρου
Τηλεφωνούν στην «Ελληνοφρένεια». Οργανώνουν ματς 5Χ5. Δουλεύουν από το πρωί ώς το βράδυ. «Αράζουν» σε καφετέριες. «Παίζουν» με το καλαμάκι τους. Τρέχουν στις παραλίες. Διαβάζουν για μεταπτυχιακά. Σερφάρουν. Κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις. Τσακώνονται στα γήπεδα. Περιμένουν πώς και πώς να αρχίσει το Μουντιάλ. Ετοιμάζουν διακοπές. Μετρούν τα καλοκαίρια που δεν έκαναν διακοπές. Υπάρχουν πολλών «ειδών» νέοι. Αλλά η απαισιοδοξία με την οποία ατενίζουν το μέλλον είναι κοινή.
Η εμπλοκή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στα «της Ελλάδας», ως παρεπόμενο της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, φαίνεται ότι έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο που σκέφτονται σήμερα οι νέοι. Τόσο που να αμφισβητούν θεμελιώδεις «ελληνικές» αξίες, όπως αυτή της δημιουργίας οικογένειας, των «καλών» σπουδών, της ίδιας της παραμονής στην πατρίδα.
Αυτά προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που πραγματοποίησε η Focus σε δείγμα 800 νέων 18 έως 35 ετών (Μάιος 2010), για λογαριασμό του site news247.
Διάχυτος ο προβληματισμός για το μέλλον: σχεδόν 7 στους 10 δεν αναμένουν έξοδο από την κρίση, τουλάχιστον έως το 2014, ενώ σχεδόν οι μισοί (49%) θεωρούν ότι το αποτέλεσμα της εμπλοκής του ΔΝΤ θα είναι αρνητικό. Συνολικά, το 76% των νέων δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί από την κρίση, με τα ποσοστά να αυξάνονται στους κατοίκους της περιφέρειας (78%) και τους άνω των 28 (79%).
Αρχικά, το σοκ φέρνει μούδιασμα. Στη συνέχεια, αναλαμβάνει δράση το ένστικτο της επιβίωσης, της προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Η μείωση των εξόδων που ακολουθείται από το 65% των νέων ως τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης, δεν φτάνει. Το 42% της νεολαίας σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο μετανάστευσης, ενώ το ποσοστό εκτοξεύεται σε πάνω από 50% στην ομάδα 23-27 ετών και ανάμεσα στους φοιτητές.
Η τάση αυτή εκφράζεται έντονα και από τους νέους ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης (49%), αλλά και από νέους χωρίς δεσμεύσεις (46%), γεγονός που θέτει τις προϋποθέσεις να ανοίξει η «κάνουλα» της διαρροής «εγκεφάλων» στο εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, τρεις στους πέντε νέους 23 έως 27 ετών δηλώνουν ότι η κρίση τούς οδηγεί σε αλλαγή σχεδίων καριέρας. Το 49% των φοιτητών (ηλικίας 18 έως 27 ετών) αναθεωρούν τα σχέδιά τους για σπουδές, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους σε πιο ασφαλή επαγγέλματα.
Αλλαγή σχεδίων
Η οικονομική κρίση θα επηρεάσει συνολικά τη ζωή τους. Το 34% των αδέσμευτων νέων ομολογεί ότι έχει ήδη αναθεωρήσει τα πλάνα του για δημιουργία οικογένειας, για παιδιά, για γάμο, ενώ για το 67% των ερωτηθέντων τα νέα οικονομικά δεδομένα θα αλλάξουν τουλάχιστον ένα από τα μελλοντικά τους πλάνα.
Προς το παρόν, πάντως, οι νέοι αντιμετωπίζουν την κρίση αποδοκιμάζοντας τους πολιτικούς (35%), συμμετέχοντας σε μαζικές διαμαρτυρίες (33%) και αναζητώντας μια (οικονομική) χείρα βοηθείας από τους γονείς (26%). Δεν χάνουν όμως το χιούμορ τους. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι νέοι ενημερώνονται για την τρέχουσα επικαιρότητα όχι μόνο από τις εφημερίδες και τα δελτία ειδήσεων, αλλά και από σατιρικές εκπομπές, όπως η «Ελληνοφρένεια», το «Ράδιο Αρβύλα» και το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ».




Αλεξη Παπαχελα
2010/06/05
Πτώχευση της πολιτικής
Tου Αλεξη Παπαχελα
Ενα βασικό αξίωμα της πολιτικής είναι πως μια χώρα, ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης, χρειάζεται μια καλή αντιπολίτευση όσο και μια καλή κυβέρνηση. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, έχουμε συνηθίσει στην ιδέα μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία λέει συνεχώς «όχι», έστω και αν ξέρει ότι έτσι κάνει σχεδόν αδύνατη τη διακυβέρνηση της χώρας όταν θα έλθει η σειρά της να κυβερνήσει. Σκεφθείτε πόσο μπροστά θα είχε πάει η Ελλάδα στον τομέα της Παιδείας αν ο κ. Παπανδρέου δεν «πουλούσε» τις πεποιθήσεις του και συμφωνούσε στην αναθεώρηση του άρθρου 16. Η Τουρκία και η Κύπρος έχουν αυτήν τη στιγμή εξαιρετικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια που θα ζήλευε κάθε Ελληνας φοιτητής.
Ας πάρουμε όμως και τα ζητήματα της οικονομίας. Το ΠΑΣΟΚ φώναζε συνεχώς «εκλογές, εκλογές τώρα» ως αντιπολίτευση λες και αυτή ήταν η λύση στα προβλήματα της χώρας. Κέρδισε τις εκλογές και από τη χίμαιρα της πράσινης ανάπτυξης προσγειώθηκε στη στάση πληρωμών.
Αναρωτιέμαι μερικές φορές πόσο καλύτερα θα ήμασταν ως χώρα αν ο κ. Καραμανλής είχε βρει το θάρρος να πάρει σκληρά δημοσιονομικά μέτρα πέρυσι το καλοκαίρι. Πέραν του ότι θα μπορούσε τώρα να έχει το πάνω χέρι, εμφανιζόμενος στη Βουλή, η χώρα θα είχε αποφύγει ένα μεγάλο μέρος της τωρινής της περιπέτειας. Καμιά φορά ονειρεύομαι λίγο παραπάνω και σκέπτομαι πόσο καλύτερο και από αυτό θα ήταν το σενάριο να είχαν συμφωνήσει οι κ. Καραμανλής και Παπανδρέου την εξάντληση της τετραετίας ή τη διενέργεια εκλογών τον περασμένο Μάρτιο. Αυτό, βεβαίως, θα προϋπέθετε μια σιωπηλή συμφωνία για την εφαρμογή μιας σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής. Ο κ. Παπανδρέου θα κέρδιζε ούτως ή άλλως τις εκλογές, θα είχε επωμισθεί πολύ λιγότερο πολιτικό κόστος και δεν θα είχε βρεθεί στη δίνη των αγορών τόσο απροετοίμαστος.
Επικράτησε όμως η δίψα για την εξουσία και η λογική του ώριμου φρούτου. Η ιστορία θα δείξει αν ο κ. Παπανδρέου θα μετανιώσει γι’ αυτές του τις επιλογές χρεωνόμενος εντέλει μια πτώχευση.
Το κακό είναι πως ο κ. Σαμαράς μοιάζει να έχει πάρει το ίδιο manual αντιπολίτευσης και να το ακολουθεί κατά γράμμα. «Οχι» στα μέτρα, «όχι» στο ασφαλιστικό, «όχι»… Και αν συμβεί κάτι απρόοπτο το φθινόπωρο και γίνουν εκλογές, και αν έλθουν τα πάνω – κάτω και κερδίσει η Ν.Δ., πώς θα κυβερνήσει; Δεν θα υιοθετήσει το Μνημόνιο, δεν θα τηρήσει τους όρους της δανειακής σύμβασης; Μήπως έχει βρει πουθενά καμιά λύση που κανείς άλλος δεν έχει φαντασθεί για το πώς το κράτος θα πληρώνει συντάξεις και μισθούς; Και όμως ακολουθείται πάλι η τακτική του ώριμου φρούτου και της άρνησης.
Βεβαίως, η συναίνεση δεν βοηθιέται από την πλειάδα των εξεταστικών που επέλεξε η κυβέρνηση ούτε από το γεγονός πως στη συζήτηση για τα κορυφαία προβλήματα της χώρας αρχίζει η κουβέντα περί κουρτινών. Η διαφθορά σε αυτή τη χώρα δεν έχει ούτε μπλε ούτε πράσινο χρώμα. Το σαράκι της είχε αχρωματοψία όταν εξαπλώθηκε στο DNA των κομμάτων και στον κρατικό μηχανισμό. Τώρα μάλιστα που άνοιξαν οι ντουλάπες είναι προφανές πως λίγοι μπορούν να ισχυρισθούν ότι δεν έχουν σκελετούς…
Με άλλα λόγια, οι πολιτικοί μας ηγέτες «βγάζουν τα μάτια τους» στο τέλος. Η πατρίδα μας περνάει τη μεγαλύτερη κρίση μετά τη χούντα και αν στο τέλος πτωχεύσει, θα πτωχεύσουν και αυτοί μαζί, όλοι.
Η Ελλάδα έχει σήμερα μια μεγάλη ευκαιρία, να θεραπεύσει αμαρτίες και παθογένειες δεκαετιών και να πάρει τον δρόμο μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας. Προς το παρόν βλέπουμε μια κυβέρνηση που, με 2 – 3 εξαιρέσεις, δεν θεωρεί ότι είναι δικό της αυτό το στοίχημα και βάζει τρικλοποδιές στον εαυτό της και στη χώρα. Και μια αντιπολίτευση που θυμίζει φοιτητική παράταξη σε αμφιθέατρο και όχι κόμμα εξουσίας σε στιγμές ιστορικής κρίσης. Αφήνω για μιαν άλλη φορά πώς πρέπει να μοιάζει όλο αυτό σε αυτούς που μας παρακολουθούν έξω…
Nικου κ. Aλιβιζατου
2010/06/05
Πολιτικό σύστημα: υπάρχει ακόμη ελπίδα;
Tου Nικου κ. Aλιβιζατου*
Υπάρχει ακόμη ελπίδα; Ή μήπως το πολιτικό μας σύστημα βαδίζει ασυγκράτητο προς το χάος και την ανυποληψία;
Ποτέ τα τελευταία χρόνια δεν νιώσαμε την ανάγκη τόσο πολλοί να συζητήσουμε πολιτικά. Ποτέ δεν αναστοχαστήκαμε τόσο επίμονα, ατομικά και συλλογικά, για λάθη, παραλείψεις και ευθύνες.
Ασφαλώς, όπως και σε άλλες σκοτεινές στιγμές της ιστορίας μας, η περισυλλογή αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει λυτρωτικά ως άσκηση αυτογνωσίας. Ομως η έλλειψη σαφούς προοπτικής εξόδου (αλλά και σοβαρότητας σε αρκετά πεδία) μετατρέπει τον θυμό σε αμηχανία και την απόγνωση σε αδράνεια. Διότι η επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού δεν μπορεί βέβαια ως υπόσχεση να συνεγείρει συνειδήσεις. Χρειάζεται κάτι πολύ ισχυρότερο και πολύ πιο χειροπιαστό από τις γενικόλογες εκκλήσεις για να αποκτήσει ξανά ο κόσμος αυτοπεποίθηση και ελπίδα. Κάτι που πολύ φοβούμαι ότι η σημερινή κυβέρνηση αργεί εγκληματικά να καταλάβει.
Από τη σκοπιά του κλάδου μου, δεν είμαι σε θέση να κρίνω αν τα μέτρα που επέβαλε στη χώρα η περίφημη «τρόικα» είναι τα μόνα που μπορούν να αποτρέψουν την πτώχευση και την εξαθλίωση. Θυμίζω απλώς ότι, πάνω από εκατό χρόνια μετά την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, το 1897, οι γνώμες των ιστορικών διίστανται για το αν αυτός εξυγίανε την ελληνική οικονομία (προετοιμάζοντας το ανορθωτικό άλμα του 1910-14) ή αν, αντίθετα, παρέτεινε την καχεξία και την υπανάπτυξή της. Οσο λοιπόν και αν θεωρώ μερικά από τα πρόσφατα μέτρα ανάλγητα, θα προτιμήσω να σιωπήσω, γιατί δεν έχω τίποτα να αντιπροτείνω.
Απεναντίας, έχοντας στο επίκεντρο της δουλειάς μου το κράτος και τους θεσμούς του, βλέπω με ενδιαφέρον ότι όσοι το λοιδορούν εδώ και τριάντα χρόνια σήμερα σιωπούν. Είτε πρόκειται για τις διεθνείς συναλλαγές και τη ρύθμισή τους είτε για την οικοδόμηση της ενωμένης Ευρώπης, η κρίση αναδεικνύει το κράτος ως τη μόνη δύναμη που μπορεί να ανακόψει την προκλητική κερδοσκοπία και να θέσει την παγκοσμιοποίηση στην υπηρεσία των λαών και όχι των λίγων. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς την ισχύ των διαβόητων οίκων αξιολόγησης, για να αντιληφθεί ότι μόνο η συντονισμένη δράση των κυβερνήσεων μπορεί να υποβάλει σε σταθερούς κανόνες τη λειτουργία τους. Σ’ αυτό, η ανθρωπότητα περιμένει πολλά από τον πρόεδρο Ομπάμα και τη συντονισμένη δράση των Ευρωπαίων.
Αλλά και σε εθνικό επίπεδο, η κρίση αναβάθμισε τον ρόλο του κράτους, προγραμματικό προπάντων αλλά και ρυθμιστικό της οικονομικής δραστηριότητας, αφού μόνον αυτό διαθέτει την αναγκαία ισχύ για να επιβάλει την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού. Γιατί ποιος άλλος θεσμός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην επέλαση των ιδιωτικών συμφερόντων και να εξασφαλίσει τη λογοδοσία των κυβερνώντων; Η στάση, επομένως, όσων από μας έβλεπαν το κράτος ως συνώνυμο της συναλλαγής και της κομματοκρατίας, παρά ως εγγύηση της δημοκρατίας, πρέπει να αναθεωρηθεί.
Από αντίπαλο της κοινωνίας των πολιτών, η κρίση μετατρέπει το κράτος σε σύμμαχό της. Το τελευταίο, εν τούτοις, δεν θα μπορέσει να παίξει τον καινούργιο του ρόλο αν προηγουμένως δεν ξεπεράσει τις αγκυλώσεις του, αν δεν μεταρρυθμιστεί.
Ερχομαι λοιπόν στα παρ’ ημίν: το κράτος μας, έτσι όπως λειτουργεί, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση. Με την επανεκλογή του ΠΑΣΟΚ, λίγα πράγματα άλλαξαν αφού, αν εξαιρέσει κανείς 2 – 3 υπουργούς, η σημερινή κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει τι στ’ αλήθεια διακυβεύεται.
Δεν αναφέρομαι τόσο σε περιστατικά τύπου Πετσάλνικου ή Παπουτσή, που επιβεβαιώνουν την πεισματική επιβίωση του παλιού στις νέες συνθήκες. Εννοώ την έλλειψη σχεδίου για να αντιμετωπιστούν τα δύο μείζονα ελλείμματα του τρόπου άσκησης της εξουσίας, αυτά που τα τελευταία χρόνια προκάλεσαν, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, την απαξίωση της πολιτικής και την κρίση του πολιτικού συστήματος: την έλλειψη λογοδοσίας και την αδιαφάνεια.
Σε ό,τι αφορά την έλλειψη λογοδοσίας, οι αντιδράσεις που προκάλεσε η κυνική ομολογία του κ. Αν. Μαντέλη πως χρηματίσθηκε δείχνουν ότι δεν έχουμε διδαχθεί τίποτε από το παρελθόν: για να ικανοποιηθεί η δικαιολογημένη αξίωση να επιβληθούν κυρώσεις στους υπεύθυνους, μπορεί να παραβιάζεται αποινεί το Σύνταγμα και να κατακρεουργείται το ποινικό δίκαιο; Ή μήπως έωλες κατασκευές, όπως τα «απαράγραπτα» υπουργικά αδικήματα, οδηγούν με βεβαιότητα στην απαλλαγή των ενόχων και την περαιτέρω έκπτωση των θεσμών; Δεν θα ήταν πολύ προτιμότερο αν οι πολιτικοί μας αναλάμβαναν με ειλικρίνεια τις ευθύνες τους για τις ατυχείς ρυθμίσεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και κοίταζαν σοβαρά πώς, με άλλα μέσα (όπως π.χ. αστικές αξιώσεις), θα μπορούσαν να πετύχουν την τιμωρία των ενόχων;
Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι καιρός ο κ. Χ. Καστανίδης να αντιληφθεί ότι οι καιροί έχουν αλλάξει: στην εποχή μας, την κάθαρση οι πολιτικοί δεν μπορούν να την πετύχουν ενάντια, αλλά μαζί με τους δικαστές. Πολύ περισσότερο, όταν από τους τελευταίους εξαρτάται η απρόσκοπτη εφαρμογή του Προγράμματος Σταθερότητας. (Για να μη μιλήσω για μιαν άλλη διαφαινόμενη αποτυχία του ίδιου υπουργού: τον νέο τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.)
Οσο για τις εξεταστικές επιτροπές, ακόμη και αν τελικά αποδειχθεί ότι ο Cabinet maδεν ήταν μόνον επιπλοποιός, όλο και περισσότεροι συμφωνούν ότι δεν είναι το καταλληλότερο μέσο για την απόδοση ευθυνών και τον εντοπισμό των πραγματικών ενόχων. Υπηρετούν αντίθετα τη λογική της κοκορομαχίας, που δεν υπηρετεί την αλήθεια, αλλά τις εντυπώσεις.
Κατόπιν όλων αυτών, διερωτάται κανείς γιατί καθυστερεί τόσο η λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη διαφάνεια. Είτε πρόκειται για την έγκαιρη και υποχρεωτική ανάρτηση όλων των νομοσχεδίων στο Διαδίκτυο (ο κανονισμός της γαλλικής Βουλής το προβλέπει από πέρυσι) είτε για την εγκατάσταση μηχανισμού αναζήτησης στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου (υπενθυμίζω και πάλι τη σχετική πρόταση του κ. Στ. Μάνου), οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν σπουδαίες δυνατότητες. Από την άλλη, όλοι πλέον συμφωνούν ότι ο ν. 3023/2002 για τη χρηματοδότηση της πολιτικής είναι διάτρητος. Η αντικατάστασή του και, κυρίως, το σπάσιμο της ταύτισης ελέγχοντος και ελεγχομένου (άρθρο 29 παρ. 2 Σ.) είναι ζήτημα άμεσης προτεραιότητας.
Καταλήγοντας, επανέρχομαι στο εισαγωγικό ερώτημα του παρόντος άρθρου. Αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα, δεν υπάρχει ελπίδα: η κατάρρευση θα είναι αναπότρεπτη. Δίχως άλλο, την κύρια ευθύνη τη φέρουν οι πολιτικοί. Ενα μερίδιο ωστόσο βαρύνει και τους πνευματικούς ανθρώπους.
* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σταθη Ν. Καλυβα
2010/06/05
Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;
Tου Σταθη Ν. Καλυβα*
Η καθημερινή επικαιρότητα είναι γνωστή και θλιβερά επαναλαμβανόμενη. Το κέντρο της πρωτεύουσας κλείνει σχεδόν καθημερινά, επεισόδια μικρής και μεσαίας έντασης μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας ξεσπούν σε σχεδόν εβδομαδιαία βάση, ενώ μια φορά τον χρόνο σχεδόν έχουμε ταραχές μεγάλης κλίμακας με σημαντικές καταστροφές. Οποτε δεν αποκλείουν τις εθνικές οδούς οι αγρότες, κλείνουν τα λιμάνια οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και όποτε ξεκουράζονται αυτοί, αναλαμβάνουν οι ψαράδες. Σχολεία, πανεπιστήμια, υπουργεία (εσχάτως και ξενοδοχεία) καταλαμβάνονται με καταθλιπτική κανονικότητα. Γήπεδα, γειτονιές και ενίοτε κωμοπόλεις γίνονται βορά των χούλιγκαν. Συμμορίες αλλοδαπών μετατρέπουν περιοχές του κέντρου της πρωτεύουσας σε πεδίο μάχης, μέρα μεσημέρι. Το ερώτημα που αναγκάζεται να θέσει κανείς, σχεδόν σε καθημερινή βάση, δεν είναι καθόλου καινούργιο: ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;
Απέναντι σε φαινόμενα αυτού του τύπου, οι αντιδράσεις κυμαίνονται από τη δημόσια αδιαφορία και τον κυνισμό («και τι να κάνουμε, έτσι ήταν πάντα») ώς τον ιδιωτικό, σιωπηλό, θυμό. Ενας κυρίαρχος δημόσιος λόγος, αναπαραγόμενος από πολλά ΜΜΕ, δικαιολογεί σχεδόν τα πάντα στο όνομα της κατοχύρωσης του δικαιώματος διαμαρτυρίας. Από την άλλη, όσοι αντιδρούν στις ακραίες συνέπειες της άσκησης αυτού του δικαιώματος στρέφονται αποκλειστικά εναντίον των οργανωμένων ομάδων. Η αντίληψη πως την κύρια ευθύνη για την κατάσταση δεν φέρουν οι οργανωμένες ομάδες αλλά το κράτος μάλλον μειοψηφεί.
Το φαινόμενο, όμως, το οποίο έχουμε μπροστά μας μπορεί να περιγραφεί μόνον ως μερική κατάλυση του κράτους. Είναι γνωστός ο κλασικός ορισμός που έδωσε ο Μαξ Βέμπερ για το κράτος: πρόκειται για τον οργανισμό εκείνο που διαθέτει το «μονοπώλιο της νόμιμης βίας σε συγκεκριμένο έδαφος». Ολες οι ανεπτυγμένες χώρες διαθέτουν κράτη που προσεγγίζουν το βεμπεριανό πρότυπο.
Το πέρασμα από το καθεστώς της αναρχίας ή πολυαρχίας σε αυτό του βεμπεριανού κράτους αποτελεί έναν από τους κρισιμότερους σταθμούς της ανθρώπινης ιστορίας. Παράλληλα, οι οικονομολόγοι θεωρούν την τάξη δημόσιο αγαθό που μπορεί να παρέχεται μόνο από το κράτος και που αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο πως η παροχή δημόσιας τάξης ήταν η μόνη λειτουργία που αναγνώριζαν στο κράτος οι ακραίοι φιλελεύθεροι του 18ου και 19ου αιώνα, το λεγόμενο «κράτος-νυχτοφύλακας».
Είναι, επομένως, τουλάχιστον αξιοπερίεργο που το ελληνικό κράτος έχει απεμπολήσει ένα τόσο βασικό κομμάτι της λειτουργίας του και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Αξίζει να αναρωτηθούμε για το πώς φθάσαμε στο σημείο αυτό.
Το φαινόμενο της μερικής κατάλυσης του κράτους μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της συνάντησης δύο εντελώς διαφορετικών ρευμάτων από το 1974 και μετά. Το πρώτο ρεύμα υπήρξε ο καταπιεσμένος ριζοσπαστισμός της Αριστεράς. Το τραύμα του μετεμφυλιακού κράτους και της Χούντας μετέτρεψε την «πεζοδρομιακή» δράση σε συστατικό στοιχείο της αριστερής ταυτότητας, σχεδόν ως εξαρτημένο αντανακλαστικό. Στη λογική αυτή, ο όρος «τάξη» παρέπεμπε σχεδόν αυτονόητα σε φασιστικές πρακτικές. Πρόκειται για μια τάση που έβλαψε πολλαπλώς την Αριστερά, καθώς υποκατέστησε τον σοβαρό πολιτικό προβληματισμό με τον «πεζοδρομιακό» συνθηματικό λόγο και συνέβαλε στην πολιτική της περιθωριοποίηση. Η σύγκριση της ελληνικής Αριστεράς με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή είναι ως προς αυτό και καταλυτική και καταθλιπτική. Βέβαια, ο αριστερός ριζοσπαστισμός δεν αρκεί για να εξηγήσει τη διαιώνιση και μεγέθυνση των πρακτικών αυτών. Εχουν, άλλωστε, περάσει 36 χρόνια από την κατάρρευση της χούντας. Αν για τα γκρουπούσκουλα της Αριστεράς, το πεζοδρόμιο αποτελεί το κύριο (αν όχι μοναδικό) μέσο της αναπαραγωγής τους, κάτι τέτοιο δεν ισχύει ευρύτερα.
Για να εξηγήσουμε τη διαιώνιση των πρακτικών αυτών, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ένα άλλο ρεύμα: τον διεκδικητικό μικροαστισμό. Είναι σαφώς διακριτό από την Αριστερά (και συνήθως εχθρικό προς αυτήν), αλλά βρήκε στις πεζοδρομιακές πρακτικές της Αριστεράς μια γλώσσα διεκδίκησης που του ήρθε κουτί. Πάντοτε καχύποπτος απέναντι στο κράτος και βουτηγμένος σε πρακτικές ανομίας και μικρο-παραβατικότητας (στο όνομα, βέβαια, του πιο στενού ατομισμού), ο κόσμος αυτός ανακάλυψε ξαφνικά τα πλεονεκτήματα της πιο δυναμικής διεκδίκησης. Δεν είναι τυχαίο πως η μόνη δυνατότητα συλλογικής δράσης για τον κόσμο αυτό παραμένει αυτή που στρέφεται εναντίον του κράτους. Ακόμα και όταν στόχος της διεκδίκησης είναι τα προνόμια μιας ποδοσφαιρικής ομάδας!
Ο καταλύτης που συνταίριαξε τα δύο αυτά ρεύματα σε μια μοναδική αλχημεία (τον «λαϊκισμό») ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Χρησιμοποιώντας μιαν επιφανειακά αριστερή γλώσσα, διαδίδοντας ως αντιπολίτευση την πρακτική της πεζοδρομιακής δράσης και νομιμοποιώντας ως κυβέρνηση την ανεξέλεγκτη χρήση αυτού του τρόπου διεκδίκησης, το ΠΑΣΟΚ εξαργύρωσε εκλογικά την αλχημεία αυτή με το παραπάνω. Δεν ήταν, όμως, παρά μια αλχημεία, καθώς βασίστηκε σε ευρωπαϊκά κεφάλαια και δανεικά χρήματα. Και είχε, βέβαια, τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις για το μέλλον. Τώρα που εξέλιπαν οι πόροι, ο τρόπος αυτός διεκδίκησης χάνει κάθε λόγο ύπαρξης.
Θα είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες της βαθμιαίας παρακμής των πρακτικών αυτών και του περιορισμού τους στον φυσικό τους χώρο, αυτόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των σχετικών γκρουπούσκουλων. Η Αριστερά θα ξανακερδίσει το μονοπώλιο της πεζοδρομιακής διεκδίκησης, αλλά το ιδίωμά της θα περιθωριοποιηθεί και το πρόβλημα θα μπορεί να αντιμετωπιστεί, στις ακραίες του εκφάνσεις, με όρους δημόσιας τάξης. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η αναπόφευκτη διαδικασία ανασυγκρότησης ενός βεμπεριανού κράτους στη χώρα μας θα γίνει ομαλά και συντεταγμένα ή αν θα πάρει άναρχο και βίαιο χαρακτήρα. Εκτιμώντας το περιεχόμενο και το παρελθόν του διεκδικητικού μικροαστισμού, κλίνω προς την πρώτη εκδοχή.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Yale.
Mιραντας Ξαφα
2010/06/05
Καταχρηστικά προνόμια και λαϊκισμός
Tης Mιραντας Ξαφα*
Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν η Ελλάδα θέλει να σωθεί. Η κρίση που περνάμε είναι μία χρυσή ευκαιρία να μπουν οι βάσεις για μία υγιή οικονομία, βασισμένη στην ανταγωνιστικότητα και όχι στην κατανάλωση με δανεικά. Αυτόν τον στόχο εξυπηρετούν τα αναπτυξιακά μέτρα που περιλαμβάνονται στους όρους του δανείου ΔΝΤ – Ε.Ε. Τα μέτρα αυτά στοχεύουν στη μείωση του κόστους παραγωγής και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, μειώνοντας τον ρόλο του κράτους στην οικονομία και απελευθερώνοντας τις δυνάμεις της αγοράς. Περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις για μια πιο ευέλικτη αγορά εργασίας, πιο ανταγωνιστικές αγορές αγαθών και υπηρεσιών, πιο ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον. Αυτές οι αλλαγές, που συζητάμε εδώ και χρόνια αλλά δεν αποτολμάμε, έχουν μετατραπεί σε επιτακτική ανάγκη τώρα που η χώρα βρίσκεται σε βαθιά ύφεση και η ανεργία αυξάνεται. Το ερώτημα είναι αν θα εφαρμοστούν ή θα επικρατήσει και πάλι η λογική του πολιτικού κόστους.
Η προσπάθεια για μια πιο ανταγωνιστική Ελλάδα προσκρούει σε ομάδες συμφερόντων που επιμένουν στη διατήρηση καταχρηστικών προνομίων εις βάρος του γενικού συμφέροντος. Οι επαγγελματικές συντεχνίες των δικηγόρων, συμβολαιογράφων, μηχανικών και φαρμακοποιών προσπαθούν να διατηρήσουν τα νομικά κατοχυρωμένα περιθώρια κέρδους και τις αμοιβές τους, οι δημοσιογράφοι απεργούν για να διατηρήσουν τον «κοινωνικό πόρο» του Ταμείου τους, ενώ οι κρατικοδίαιτες συντεχνίες εκβιάζουν την κοινωνία κατεβάζοντας διακόπτες και κλείνοντας λιμάνια.
Μόλις δύο εβδομάδες μετά την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης με το ΔΝΤ, κάποιοι υπουργοί έθεσαν θέμα μιας πιο ελαστικής εφαρμογής των συμφωνηθέντων (π. χ. στο ασφαλιστικό), ενώ κάποιοι άλλοι παρουσίασαν σχέδια νόμου για το άνοιγμα των επαγγελμάτων με μινιμαλιστικό τρόπο, ώστε να μη λειτουργήσει ο ανταγωνισμός (στις οδικές μεταφορές με φορτηγά Δ.Χ. και στα κρουαζιερόπλοια). Στο εξωτερικό, οι γνωστές τακτικές των Ελλήνων πολιτικών («δώσαμε μάχη με τις Βρυξέλλες», «κοροϊδέψαμε τους κουτόφραγκους») μας καθιστούν αναξιόπιστους. Στο εσωτερικό, η πολιτική κατευνασμού που ακολουθεί η κυβέρνηση, διαβεβαιώνοντας τις συντεχνίες για ικανοποίηση των αιτημάτων τους, ενθαρρύνει κι άλλες ομάδες –τα αλιευτικά σκάφη πρόσφατα– να κρατούν τη χώρα σε ομηρία.
Αν δεν συμμορφωθούμε με τους όρους του δανείου που μας χορήγησαν Ε.Ε. και ΔΝΤ, η εκταμίευση των δόσεων θα σταματήσει και θα μπούμε σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Το υπόλοιπο του δανείου των 110 δισ. ευρώ θα χρησιμοποιηθεί για να αποζημιώσει με κάποιο ποσοστό (π. χ. 60 cents στο ευρώ) τις ευρωπαϊκές τράπεζες που έχουν στην κατοχή τους ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Αντί, δηλαδή, να εισπράξουμε εμείς το δάνειο, θα το εισπράξουν οι πιστωτές μας. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα απομονωθεί για να αποτραπεί μία γενικότερη κατάρρευση με μη ελεγχόμενες συνέπειες για το κοινό νόμισμα. Αν αυτό συμβεί, μπορεί να οδηγήσει και σε έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.
Τα πολιτικά κόμματα δεν μοιάζουν να έχουν αντιληφθεί τη σοβαρότητα αυτών που συμβαίνουν γύρω μας. Η Αριστερά ζει σε άλλον πλανήτη, αρνούμενη να πιστέψει ότι η κατάρρευση της οικονομίας οφείλεται στον άκρατο κομματισμό και στην αναξιοκρατία, που γιγαντώθηκαν τη δεκαετία του 1980 και συνεχίζουν να βασιλεύουν, εκτρέφοντας τη διαφθορά. Αντίθετα, πιστεύει ότι η κατάρρευση της οικονομίας οφείλεται σε κρίση του καπιταλισμού, αδυνατώντας όμως να εξηγήσει γιατί η μετα-σοβιετική οικονομία της Ελλάδας είναι η μόνη στην Ε.Ε. –αν όχι στον κόσμο– που έχει χάσει την πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Πριν από λίγες μέρες, σε μια εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής, ο υπουργός Αμυνας κ. Βενιζέλος δήλωσε ότι τα τριάντα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν περίοδος μεγάλης ευημερίας για την Ελλάδα. Δεν εξήγησε γιατί αυτή η λαμπρή περίοδος κατέληξε στη χρεοκοπία. Η Ν. Δ., από την πλευρά της, μοιάζει να συμμερίζεται τις ακατέργαστες προκαταλήψεις της Αριστεράς για το ΔΝΤ, λέγοντας ότι η παρέμβασή του είναι επικίνδυνη και καταψηφίζοντας τα μέτρα. Τώρα προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα λέγοντας ότι διαφωνεί μεν με τα μέτρα, αλλά στηρίζει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση έναντι των πιστωτών της (δηλαδή, τα μέτρα).
Επικρατεί γενικότερα ένας ιδεολογικός οπισθοδρομισμός που φτάνει τα όρια του παραλόγου. Το Μνημόνιο, που λέει τα προφανή για το ασφαλιστικό, ότι δηλαδή πρέπει να ισχύσουν ενιαίοι κανόνες για όλους τους μισθωτούς, είτε εργάζονται στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα, έχει δημιουργήσει τεράστιες αντιδράσεις. Αντί η κυβέρνηση να εξηγήσει γιατί τα μέτρα είναι δημοσιονομικώς απαραίτητα και κοινωνικώς δίκαια, προσπαθεί να διατηρήσει τα προνόμια των λίγων μέσω χρηματοδότησης από τους πολλούς – να διατηρήσει, δηλαδή, τις πρακτικές που οδήγησαν το σύστημα στη χρεοκοπία.
Οι μεταρρυθμίσεις που στηρίζονται στη συγκεντρωτική, γραφειοκρατική, πατερναλιστική λογική του παρελθόντος δεν πρόκειται να πετύχουν. Η Ελλάδα μπορεί να βγει από την κρίση, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει η κοινωνία να ξυπνήσει και να στρατεύσει ικανούς ανθρώπους, σαν τον Στέφανο Μάνο, που μπορούν να φέρουν εις πέρας την αποστολή. Πρέπει επίσης να στρατεύσει και τον ιδιωτικό τομέα στην αντιμετώπιση της κρίσης. Αν η χώρα πτωχεύσει, αν αναγκαστεί να φύγει από την Ευρωζώνη, θα υποστούμε τις συνέπειες όλοι εμείς και οι επόμενες γενεές. Το μεταπολιτευτικό μοντέλο του άκρατου λαϊκισμού και της κομματοκρατίας έχει χρεοκοπήσει και μαζί του τα κρατικοδίαιτα κόμματα. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι λιγότερα λόγια και περισσότερη δράση.
* Η κ. Μιράντα Ξαφά είναι πρώην στέλεχος του ΔΝΤ.