Ομογενείς κτίζουν σπίτια για τους εξαθλιωμένους κατοίκους της Καμπότζης

17092009 AYS_04

Μελβούρνη- Αυτές τις μέρες μια οικογένεια Ελλήνων της Αυστραλίας βρίσκεται σε μια απομονωμένη περιοχή της Καμπότζης, συμμετέχοντας σε ένα πρόγραμμα εθελοντών που κτίζουν σπίτια για τους  εξαθλιωμένους Καμποτζιανούς. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά ο  Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος και η σύζυγός του Τζένη συμμετέχουν  στο ειδικό πρόγραμμα του οργανισμού Tabitha Foundation Australia στον οποίο ανήκει και η αδελφή του Παναγιώτη δρ. Σιάννα Παναγιωτοπούλου, επιστημονική ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο Μελβούρνης και στο Austin Hospital Medical Research Foundation. To ζεύγος Παναγιωτόπουλου έχει μαζί του στο ταξίδι και τον γιο τους Τζακ ενώ σε προηγούμενο ταξίδι τους συνόδευαν και τα άλλα παιδιά τους.

– Γιατί το κάνουν;
– «Άλλο ν’ ακούς κι’ άλλο να βλέπεις τη φτώχεια με τα ίδια σου τα μάτια», λέει ο Παναγιώτης προσθέτοντας πως «η επαφή με το πραγματικό πρόσωπο του κόσμου, είναι το καλύτερο δώρο που μπορώ να κάνω στα παιδιά μου». Η πορεία του Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου στο χώρο της κοινωνικής προσφοράς ξεκινά από πολύ νωρίς – ίσως από τότε που οκτάχρονος μαθητής έπεισε τους γονείς του να κάνουν μπάρμπεκιου στο σπίτι τους για να βοηθηθούν φτωχές οικογένειες, για να συνεχιστεί σήμερα σε ταχύτερους ρυθμούς. Πριν δύο χρόνια έγινε μαραθωνοδρόμος, τρέχοντας επί 24 ώρες στο Albert Park και τερματίζοντας στο κατάμεστο γήπεδο του MCG, λίγο πριν ξεκινήσει ο αγώνας μεταξύ των ομάδων Κόλινγουντ – Ρίτσμοντ με στόχο να συγκεντρωθούν χρήματα για τον οργανισμό Brainwave Australia, που στηρίζει τα παιδιά που πάσχουν από καρκίνο του εγκεφάλου.

Ψυχολόγος στο Xavier College, χαίρει της εκτίμησης και του θαυμασμού της διεύθυνσης και των συναδέλφων του για την εφευρετικότητά του στο σχεδιασμό προγραμμάτων που δίνουν την ευκαιρία στα παιδιά να έλθουν σ’ επαφή με την πραγματική όψη της ζωής. Με τη γυναίκα του Τζένη και τους τρεις έφηβους γιους τους  πήγαν και πέρσι σ’ ένα χωριό της Καμπότζης, το Sunrise Children’s Village, για να δώσουν ρούχα και να προσφέρουν χειρωνακτική εργασία «όπου χρειαστεί». Ο τόπος που πήγε, στην ουσία, ήταν ένα χωριό που οι κάτοικοί του είναι ορφανά παιδιά. Και από αυτά έχει μπόλικα η Καμπότζη. «Οι νάρκες, ο πόλεμος, οι φυσικές καταστροφές, το Έιτζ, έχουν φροντίσει γι’ αυτό», θα πει ο Παναγιώτης με πικρή ειρωνεία.

– Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα;
– «Το γεγονός ότι 80% των ανθρώπων στις τριτοκοσμικές χώρες βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, νομίζω ότι αφήνει πολύ λίγους ασυγκίνητους. Η διαφορά είναι να βρεις τον τρόπο, ν’ ανοίξει μπροστά σου αυτό το μικρό παραθυράκι που σε κάνει να δεις τι μπορείς να κάνεις εσύ σαν άτομο. Από κει ξεκινάνε πολλές ατομικές πρωτοβουλίες που, πίστεψέ με, κάνουν μεγάλη διαφορά στη ζωή των ανθρώπων αυτών. Ακούς για κάποιον που ήδη πήγε εκεί, μαθαίνεις από πρώτο χέρι, τι μπορείς να κάνεις, προχωρείς να πάρεις κι’ άλλες πληροφορίες και, πριν το καταλάβεις, βρίσκεσαι προς τον δρόμο εκεί. Είναι το μικρό παραθυράκι που σου έλεγα πριν». Εκείνος, η γυναίκα του Τζένη και οι τρεις έφηβοι γιοί τους, πήγαν πέρυσι, «σ’ ένα ταξίδι άνευ αποσκευών» – μ’ ένα σακίδιο ο καθένας στην πλάτη – αφού τα 100 κιλά που δικαιούνταν να πάρουν μαζί τους, ήταν ρούχα για τα ορφανά του χωριού που θα επισκέπτονταν στην Καμπότζη.

Όπως πέρσι έτσι και φέτος μέσα στο πρόγραμμα είναι  και το χτίσιμο «σπιτιών», για ανθρώπους που μένουν μέσα σε καλύβες, καμωμένες από κλαδιά πάνω στο χώμα. «Άθλιες συνθήκες», λέει λακωνικά ο Παναγιώτης. «Δεν περίμενα ποτέ να δω τόση φτώχεια. Ήταν ένα γερό ταρακούνημα για όλους. Πριν πας, διαβάζεις, ακούς, βλέπεις εικόνες, πληροφορείσαι. Τίποτε όμως δεν συγκρίνεται μ’ αυτό το φυσικό αντίκρισμα της φτώχειας. Τα χάνεις κυριολεκτικά Νοιώθεις τα πιο πρωτόγνωρα αισθήματα να σε κυριεύουν. Όχι ένα – ένα, για να μπορέσεις να καταλάβεις και να δώσεις μια απάντηση που σου ζητά ο εαυτός σου, αλλά όλα μαζί, έτσι σα σίφουνας ορμούν μέσα σου και σε κατακλύζουν. Σε μουδιάζουν και σου τρυπούν την καρδιά. Από τη μια νιώθεις ένοχος γιατί αν έβλεπες στον ύπνο σου ότι ζούσες εκεί, θα ξυπνούσες λουσμένος στον κρύο ιδρώτα. Από την άλλη αισθάνεσαι ότι είναι απάνθρωπο οι λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες να επιτρέπουν να ζουν οι συνάνθρωποί τους σ’ αυτήν την αθλιότητα. Αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να γίνουν κι’ άλλα, να γίνουν πάρα πολλά». «Βλέπεις οικογένειες με εφτά και εννιά παιδιά, να ζουν σε καλύβες, με χώμα για δάπεδο, ο ένας πάνω στον άλλον, που, άμα βρέξει πλημμυρίζουν. Άλλοι να έχουν για «σπίτι» μια σάπια βάρκα στο ποτάμι. Ολόκληρες οικογένειες στα δίχτυα της πιο απερίγραπτης φτώχιας και δυστυχίας».

Με πρωτοβουλία του οργανισμού Tabitha Foundation Australia στον οποίο ανήκει η αδελφή του Παναγιώτη δρ. Σιάννα Παναγιωτοπούλου, βρίσκονται και πάλι σ’ ένα χωριό της Καμπότζης  μαζί με άλλα άτομα από την Αυστραλία για να χτίσουν 6 σπίτια: «Στην ουσία πρόκειται για ένα δωμάτιο 3×5, από ξύλο και τσίγκο, ανυψωμένο για να μην το παρασύρουν οι πλημμύρες», λέει ο Παναγιώτης. «Μέσα εκεί, στο πάτωμα, κοιμάται όλη η οικογένεια. Στα παιδιά μου, θύμισε την αποθήκη που έχουμε έξω από το σπίτι στη Μελβούρνη για τα εργαλεία. Είδα την εντύπωση που τους έκανε το γεγονός ότι μια οικογένεια 11 ατόμων θα έμενε σ’ ένα από αυτά. Αλλά λίγο πιο πέρα ήταν η καλύβα, ένα ξεχαρβαλωμένο σύμπλεγμα από κλαδιά και ξερά φύλλα, που έμεναν μέχρι τώρα».

– Οι γυναίκες χτίζουν σπίτια;
«Είναι απλή η διαδικασία», δηλώνει η Σιάννα Παναγιωτοπούλου που έχει συμμετάσχει σε προηγούμενες αποστολές και θα συνεχίσει και στο μέλλον. «Χωριζόμαστε», συνεχίζει, «σε ομάδες και ο καθένας αναλαμβάνει από μια δουλειά. Οι γυναίκες κάνουν συνήθως τις ελαφρότερες». «Η ζέστη ήταν αφόρητη. Κάθε 20 λεπτά, κάναμε ένα διάλειμμα πέντε λεπτών και μετά συνεχίζαμε», θα πει ο Παναγιώτης. «Όταν τελειώσαμε και το σπίτι ήταν έτοιμο, το παραδώσαμε στην οικογένεια που περίμενε εκεί, όλη τη μέρα για να το παραλάβει». Αρχιεργάτης, είναι πάντα ο πατέρας της οικογένειας. «Το θεωρεί μεγάλη τιμή να κατευθύνει όλους εμάς και να παίζει πρωταρχικό ρόλο στο χτίσιμο του σπιτιού του».

– Τι είναι εκείνο που φέρνει  τόσους ανθρώπους να εγκαταλείπουν την άνεση τους και να τρέχουν μέσα στην εξαθλίωση για να κάνουν διακοπές εργασίας; Ποιοι είναι;
Η Σιάννα Παναγωτοπούλου απαντά: «Πρόκειται για ανθρώπους ευαισθητοποιημένους στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συνάνθρωποί μας στις τριτοκοσμικές χώρες. Υπερτερούν οι γυναίκες και οι περισσότερες είναι από τον εκπαιδευτικό χώρο. Είναι άτομα που θέλουν να συνδυάσουν το ταξίδι τους με φιλανθρωπικές πράξεις. Για μας είναι ίσως κάτι μικρό, για τους ανθρώπους όμως εκεί είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Τους αλλάζει τη ζωή. Την κάνει λίγο πιο ανθρώπινη».
«Οι άνθρωποι, αν και ευγνώμονες, κοιτάζουν από μακριά, και κρατούν σφιχτά τα παιδιά τους», θα πει ο Παναγιώτης. «Ο πόλεμος, οι κακουχίες, τους έχουν κάνει καχύποπτους. Όταν οφείλουν χρήματα και δεν μπορούν να τα επιστρέψουν, σύμφωνα με την κουλτούρα τους, δίνουν για αντάλλαγμα τα παιδιά τους. Ίσως είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουν, αν και τους το έχουν πει πρωτύτερα, πώς είναι δυνατόν «αυτοί οι καλοθρεμμένοι να έρχονται εδώ, μέσα στη ζέστη και τη σκόνη, να δουλεύουν τόσο σκληρά, χωρίς αντάλλαγμα». Μεγάλη ειρωνεία βέβαια, γιατί το αντάλλαγμα που παίρνουμε είναι ανεκτίμητης αξίας ή για την ακρίβεια, δεν αγοράζεται».

Και συνεχίζει: «Τη μέρα που χτίσαμε το σπίτι, η γυναίκα μου, η αδελφή μου, τα παιδιά μου κι’ εγώ, ήταν του μεσαίου γιού μου του Μάξιμου, τα γενέθλια. «Αυτό είναι το δώρο σου», του είπα και δε θυμάμαι άλλη φορά να είδα τα μάτια του να λάμπουν έτσι από χαρά. Η επαφή με το αληθινό πρόσωπο του κόσμου είχε γίνει και η γνωριμία είχε αφήσει έντονα σημάδια στις ψυχές όλων μας. Τα παιδιά μου, φεύγοντας, μου ζήτησαν να τους υποσχεθώ ότι δεν θα τελείωνε εκεί αυτό που έγινε. Ήδη άκουγα ονόματα, ημερομηνίες, σχέδια για επικοινωνία με άλλες οικογένειες να μάθουν, να επηρεαστούν και να πάρουν μέρος σ’ ένα άλλο ταξίδι που θα χτιστούν κι’ άλλα σπίτια, για να γίνει η ζωή των ανθρώπων αυτών λίγο πιο ανθρώπινη, αλλά και για να μπορούμε κι’ εμείς να τους κοιτάζουμε στα μάτια χωρίς ενοχές. Βάλαμε, ένιωσα, ένα μικρό λιθαράκι, στο χτίσιμο μιας γέφυρας που φέρνει τους ανθρώπους λίγο πιο κοντά στον συνάνθρωπό τους που υποφέρει. Ζούμε σε μια κοινωνία σήμερα που δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τον διπλανό μας, αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι».

http://www.greekinsight.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s