ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

«Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα μια βαθιά, δομική και πολύπλευρη κρίση. Γι’ αυτό και η έξοδος από αυτή την κρίση προϋποθέτει πολυετή, επίμονη και συστηματική προσπάθεια. Απαιτεί ρήξη με το παρελθόν».Αυτό προστάσει ως συμπέρασμα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γ. Προβόπουλος στην ετησία έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας που έδωσε στην δημοσιότητα κατά την σημερινή γενική συνέλευση.

Αναλυτικά:
Ειδικότερα σύμφωνα με τον διοικητή τα κύρια χαρακτηριστικά της κρίσης είναι το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, το τεράστιο χρέος και η συνεχής διάβρωση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας. Τα προβλήματα αυτά προϋπήρχαν της διεθνούς κρίσης του 2008 και ήταν αναπόφευκτο, χωρίς τολμηρές και αποφασιστικές παρεμβάσεις, να οδηγήσουν, αργά ή γρήγορα, σε αδιέξοδο. Καθώς οι παρεμβάσεις αυτές δεν έγιναν, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Παράλληλα, η διεθνής κρίση μεγέθυνε τις συσσωρευμένες επιπτώσεις των χρόνιων αδυναμιών και επιτάχυνε την πτωτική πορεία της οικονομίας. Αποτέλεσμα είναι η σημερινή κατάσταση που αποτυπώνεται στα δίδυμα ελλείμματα και στα δίδυμα χρέη, στη στενή διασύνδεση του δημόσιου ελλείμματος και χρέους με το εξωτερικό έλλειμμα και χρέος.

Η σημερινή κρίση δεν αντανακλά απλώς μια παροδική, πτωτική, φάση του οικονομικού κύκλου. Και βέβαια δεν αποτυπώνεται μόνο στο δημόσιο τομέα και στο ανησυχητικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Αφορά το σύνολο της οικονομίας, τις δομές της, τις αντιλήψεις και συμπεριφορές που κυριάρχησαν επί σειρά ετών, το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήσαμε. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν επιδέχεται βραχυχρόνιες θεραπείες. Προϋποθέτει, αντίθετα, επίμονη και συστηματική προσπάθεια: μια προσπάθεια μακρά, συντεταγμένη και ρηξικέλευθη. Μακρά, γιατί η αλλαγή των δομών που μας οδήγησαν εδώ θα είναι ένα έργο επίπονο που δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί σύντομα. Συντεταγμένη, για να εξασφαλίσουμε την ομαλή συνέχεια, με ελαχιστοποίηση των κραδασμών. Ρηξικέλευθη, γιατί δεν μπορούμε να λύσουμε τα σημερινά προβλήματα, αν συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμασταν όταν τα δημιουργούσαμε. Η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει, με άλλα λόγια, ρήξη με το παρελθόν.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στις εκθέσεις της τονιζόταν ότι οι μακροοικονομικές ανισορροπίες θα διογκώνονταν όσο χειροτέρευε η διεθνής συγκυρία. Διατυπωνόταν, επίσης, σαφής προειδοποίηση για το ενδεχόμενο της διόγκωσης του κόστους δανεισμού. Ταυτόχρονα, υπογραμμιζόταν ότι έπρεπε να μεταδοθεί με σαφήνεια στις αγορές το μήνυμα ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει ένα πολυετές σχέδιο ουσιαστικής δημοσιονομικής εξυγίανσης και τολμηρών διαρθρωτικών αλλαγών.

Οι εξελίξεις που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις δυσοίωνες προβλέψεις. Η οικονομία έχει εισέλθει σε φαύλο κύκλο και δημιουργήθηκε πρωτοφανής αβεβαιότητα, που προκάλεσε μια σειρά υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Αυτές οδήγησαν σε μεγάλη διεύρυνση των περιθωρίων επιτοκίου, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση του κόστους δανεισμού και εξυπηρέτησης του χρέους του Δημοσίου. Η κατάσταση αυτή, στο βαθμό που παρατείνεται, επιδεινώνει τη δημοσιονομική θέση της χώρας, δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη δημοσιονομική προσαρμογή, έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και στο τραπεζικό σύστημα και ανατροφοδοτεί το κλίμα αβεβαιότητας, ασκώντας μια γενικότερη παραλυτική επίδραση. Μοναδική διέξοδος είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, με τη δραστική μείωση του ελλείμματος και του χρέους και την ανάκτηση της απωλεσθείσας ανταγωνιστικότητας.

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας εξελίσσεται σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα, παρά τις ενδείξεις ανάκαμψης που υπάρχουν. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που διακρίνεται μέχρι στιγμής από ασταθή βηματισμό, έχει στηριχθεί αφενός στην άσκηση διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής και αφετέρου σε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι οποίες όμως τώρα επαυξάνουν τους κινδύνους για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Οι κίνδυνοι αυτοί στις ανεπτυγμένες οικονομίες επιτείνονται από: (α) τη μεγάλη αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, (β) τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και (γ) τις εκτιμήσεις ότι δεν πρέπει να αναμένεται σύντομα επάνοδος της δυνητικής παραγωγής και της απασχόλησης στα προ της κρίσης επίπεδα. Πρόσθετους κινδύνους συνεπάγεται και το γεγονός ότι τα δημόσια οικονομικά είναι εκτεθειμένα σε διαταραχές που πηγάζουν από τις αγορές. Η αβεβαιότητα για τη χρονική κλιμάκωση και την ένταση των «πολιτικών εξόδου» από τα μέτρα δημοσιονομικής ώθησης πιέζει ανοδικά τα περιθώρια επιτοκίου των κρατικών ομολόγων. Αναμένεται λοιπόν ότι στις ανεπτυγμένες χώρες τα επιτόκια χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους θα αυξηθούν, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι πριν από την κρίση. Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων αυτών και του ρυθμού ανάπτυξης, τόσο μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή θα απαιτηθεί για να ανακοπεί η ανοδική τάση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Γι’ αυτό απαιτείται να γίνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης. Όπως είναι φανερό, όλες αυτές οι επισημάνσεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο για την Ελλάδα.

Η κρίση που διέρχεται σήμερα η ελληνική οικονομία αποτυπώνεται στη ραγδαία υποχώρηση των βασικών οικονομικών μεγεθών και στην επιδείνωση των προοπτικών.
1ον. Αφετηρία των ιδιαίτερα δυσμενών εξελίξεων ήταν ο εκτροχιασμός των δημοσιονομικών μεγεθών. Το 2008 και το 2009 η κατάσταση χειροτέρευσε και το 2009 το έλλειμμα, όπως εγκαίρως είχε προειδοποιήσει η Τράπεζα της Ελλάδος, διαμορφώθηκε σε διψήφιο ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα τελευταία αναθεωρημένα στοιχεία, το έλλειμμα του 2009 φθάνει το 13,6% του ΑΕΠ.
2ον. Το Δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε το 2009 στο 115,1% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ μετά από εκείνο της Ιταλίας. Σύμφωνα δε με προβολές βάσει εύλογων παραδοχών, η άνοδος θα συνεχιστεί και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα τείνει να σταθεροποιηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα (130%) μόλις το 2014. Αν μάλιστα το χρέος του 2009 τελικά αναθεωρηθεί στο 120% ή 122% του ΑΕΠ – ενδεχόμενο που αναφέρει η Eurostat – θα πρέπει αυτή η προβολή να αναθεωρηθεί επί το δυσμενέστερο.

Τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος είναι βεβαίως υψηλά και σε άλλες χώρες του κόσμου, στις οποίες όμως, σε αντίθεση με την Ελλάδα, χρηματοδοτούνται κυρίως από την εγχώρια αποταμίευση. Στην Ελλάδα η ακαθάριστη εθνική αποταμίευση, δημόσια και ιδιωτική μαζί, μόλις ξεπερνούσε το 5% του ΑΕΠ το 2009. Η υστέρηση της εθνικής αποταμίευσης οφείλεται κατά κύριο λόγο στα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά και στην ταχεία αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια.

Η χαμηλή αποταμίευση δεν επαρκεί για να χρηματοδοτηθεί το δημόσιο χρέος από εγχώριες πηγές, με αποτέλεσμα να διογκώνονται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το εξωτερικό χρέος. Έτσι, το δημοσιονομικό πρόβλημα συμπλέκεται με εκείνο του εξωτερικού ελλείμματος και χρέους και τα «δίδυμα» ελλείμματα αναδεικνύονται ως η κύρια πηγή που τροφοδοτεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο.

3ον. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2008 έφθασε το 14,6% του ΑΕΠ και, μετά από παροδική υποχώρηση το 2009 στο 11,2% του ΑΕΠ, το πρώτο δίμηνο του 2010 έχει αρχίσει να διευρύνεται και πάλι. Το υψηλό εμπορικό έλλειμμα οφείλεται άμεσα στην απώλεια ανταγωνιστικότητας, η οποία από το 2001 μέχρι σήμερα έχει υπερβεί το 20%. Εκτιμάται εξάλλου ότι, με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή αλλά και με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η μείωση της ανταγωνιστικότητας είναι πιθανό να συνεχιστεί και το 2010.
4ον. Η πραγματική οικονομία έχει εισέλθει από το 2009 σε ύφεση. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε πέρυσι κατά 2%, επηρεαζόμενο κυρίως από τη μεγάλη πτώση των επενδύσεων, αλλά και της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών. Στην τελευταία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική, το Μάρτιο, είχε εκτιμηθεί ότι η μείωση του ΑΕΠ θα είναι εφέτος της τάξεως του 2%. Η πρόβλεψη αυτή υπό τις παρούσες συνθήκες υπόκειται σε μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας, ενώ ισχυρές εμφανίζονται οι πιθανότητες για ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση.

5ον. Η ύφεση επεκτάθηκε το 2009 σε όλους τους παραγωγικούς τομείς, επηρέασε αρνητικά την απασχόληση και διεύρυνε την ανεργία. Η συνολική απασχόληση μειώθηκε κατά 1,1%, ο αριθμός των απασχολούμενων μισθωτών μειώθηκε κατά 1,6% και το ποσοστό ανεργίας αναρριχήθηκε στο 9,5%. Για το 2010 προβλέπεται περαιτέρω πτώση της απασχόλησης, ενώ το ποσοστό ανεργίας θα προσεγγίσει το 11%.

6ον. Οι δυσμενείς εξελίξεις, κυρίως στα δημοσιονομικά μεγέθη, και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των αγορών επιβάρυναν εν τέλει και το τραπεζικό σύστημα. Ενώ σε πολλές άλλες χώρες η κρίση εκδηλώθηκε αρχικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και από εκεί μεταφέρθηκε στην πραγματική οικονομία, στην Ελλάδα η φορά ήταν αντίθετη. Το τραπεζικό σύστημα κατέληξε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες ρευστότητας, όταν η δημοσιονομική κρίση οδήγησε στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, συνακόλουθα και των τραπεζών, περιορίζοντας την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Παράλληλα, η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των καταθέσεων, λόγω και της ύφεσης, επηρέασε την εγχώρια προσφορά δανειακών κεφαλαίων. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά τα προβλήματα αυτά, ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε θετικός καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη ζώνη του ευρώ, όπου υπήρξαν και περίοδοι αρνητικής μεταβολής. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα επέδειξε ισχυρές αντοχές στην διάρκεια της διεθνούς κρίσης, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε και η παροχή άφθονης ρευστότητας από το Ευρωσύστημα με χαμηλό κόστος. Προϋπόθεση όμως για να διατηρήσει ο τραπεζικός τομέας αυτή την ανθεκτικότητά του και στο μέλλον, ιδιαίτερα εν όψει της σταδιακής απόσυρσης των έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας, είναι η αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, η οποία επηρεάζει τις λειτουργίες του, και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στο μέλλον της οικονομίας.

Ακόμη και τότε όμως, οι νέες συνθήκες που θα προκύψουν θα είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες στις οποίες λειτουργούσαν οι τράπεζες στο παρελθόν. Η αξιοποίηση των μέχρι σήμερα διδαγμάτων της κρίσης θα οδηγήσει σε αναμόρφωση του εποπτικού πλαισίου, την οποία επεξεργάζεται η Επιτροπή της Βασιλείας. Οφείλουν λοιπόν οι ελληνικές τράπεζες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα με διορατικότητα, λαμβάνοντας υπόψη και τις κυοφορούμενες αυτές αλλαγές. Στην παρούσα φάση επιβάλλονται:

» η διατήρηση σημαντικών περιθωρίων κεφαλαίου, πάνω από τα ελάχιστα που καθορίζουν οι εποπτικοί κανόνες,
» ο σχηματισμός επαρκών προβλέψεων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου,
» ο εξορθολογισμός των λειτουργικών εξόδων,
» η ευέλικτη και συνετή διαχείριση των διαθέσιμων πηγών χρηματοδότησης
» και κυρίως η διαμόρφωση μιας μεσοπρόθεσμης στρατηγικής που θα προβλέπει, με ρεαλισμό και προνοητικότητα, συνεργασίες και συνενώσεις δυνάμεων.
Τα υγιή χρηματοοικονομικά μεγέθη, η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και η δημιουργία μεγαλύτερων και πιο εύρωστων σχημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ισχυροποίηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών στις πιθανές αναταράξεις και την ομαλή πρόσβαση στις πηγές χρηματοδότησης. Θεωρώ ότι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα είναι αναπόφευκτη. Η Τράπεζα της Ελλάδος, από την πλευρά της, θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά και να παρεμβαίνει στις εξελίξεις, ώστε τα επόμενα δύσκολα βήματα να γίνουν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Η οικονομική πολιτική
Η οικονομική πολιτική μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις προσανατολίστηκε σε αποφάσεις οι οποίες, αν εφαρμοστούν αποτελεσματικά και εμπλουτιστούν με τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές, θα θέσουν τις στέρεες βάσεις για τη σοβαρή και μακρά προσπάθεια που απαιτείται.Οι μέχρι στιγμής αποφάσεις στοχεύουν κυρίως στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στο μέλλον της οικονομίας. Όσον αφορά τον πρώτο στόχο, τα συμπληρωματικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στις αρχές Μαρτίου βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση και κρίθηκαν θετικά από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η αβεβαιότητα όμως και μετά την εξαγγελία των πρόσθετων μέτρων παρέμεινε ισχυρή. Οι αγορές εξακολούθησαν να τηρούν στάση αναμονής και επιφυλακτικότητας, όπως υποδηλώνει η μετέπειτα συνεχής άνοδος των περιθωρίων επιτοκίων.

Η στάση αυτή των αγορών οφείλεται κατά βάση στο μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Σ’ αυτό όμως προστίθενται οι ανησυχίες ως προς την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, δύο παραμέτρους από τις οποίες θα εξαρτηθεί η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο μέλλον. Με άλλα λόγια, οι αγορές εξακολουθούν να εστιάζουν την προσοχή τους στην δυναμική του χρέους.
Με δεδομένες τις συνθήκες αυτές είναι ιδιαίτερα θετικό ότι η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την ενεργοποίηση του μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης. Εκτιμάται ότι η χρήση του μηχανισμού αυτού θα παίξει σημαντικό θετικό ρόλο στην υπέρβαση της κρίσης για τους ακόλουθους λόγους:
1ον. Βραχυχρόνια, εξασφαλίζει δανειακά κεφάλαια με σχετικά χαμηλό κόστος, αμβλύνει τις πιέσεις των αγορών και συμβάλλει στην εξομάλυνση των συνθηκών ρευστότητας και του τραπεζικού συστήματος.

2ον. Μεσοπρόθεσμα, η λειτουργία του μηχανισμού με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ επιβάλλει αυστηρότερη πειθαρχία στην τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, προσφέρει πολύτιμη τεχνογνωσία στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής και ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών.

3ον. Μακροπρόθεσμα, το σχετικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού μειώνει το ύψος των τόκων που θα επιβαρύνουν τις δημόσιες δαπάνες, διευκολύνοντας έτσι τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Στόχος του μηχανισμού στήριξης είναι να διευκολύνει και να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση δομικών αλλαγών, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες και θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει η ύπαρξη του μηχανισμού να οδηγήσει σε εφησυχασμό και χαλάρωση των προσπαθειών. Το κύριο βάρος παραμένει στην πολιτεία, που έχει ακέραιη την ευθύνη να πείσει ότι η οικονομία έχει εισέλθει αμετάκλητα σε νέα τροχιά. Η συντεταγμένη και συνεπής εφαρμογή των όσων έχουν εξαγγελθεί θα συμβάλει στη σταδιακή βελτίωση του κλίματος.

Για να αντιστρέψουμε οριστικά τις δυσμενείς τάσεις, πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας και να εκπλήξουμε θετικά τις αγορές επιτυγχάνοντας βελτιώσεις μεγαλύτερες και από αυτές που έχουν προβλεφθεί. Συγκεκριμένα, θα έχει μεγάλη σημασία για το γενικότερο οικονομικό κλίμα, αν η δημοσιονομική εξυγίανση στο σκέλος των δαπανών προχωρήσει ακόμη περισσότερο από ό,τι μέχρι στιγμής προγραμματίζεται, ώστε να επιτευχθεί εφέτος μείωση του ελλείμματος μεγαλύτερη και του 5% του ΑΕΠ, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το έλλειμμα του 2009 αναθεωρήθηκε σε 13,6% και μπορεί να αναθεωρηθεί περαιτέρω. Η προσαρμογή αυτή είναι εφικτή αν επιδιωχθούν, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και ταχύτερο βηματισμό, ο περιορισμός της σπατάλης και η συγχώνευση ή και κατάργηση φορέων του δημόσιου τομέα, που δεν προσφέρουν πραγματικό έργο. Η μείωση των δαπανών είναι άλλωστε η αρμόζουσα επιλογή για την επίτευξη των φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων και για τα επόμενα δύο έτη, δεδομένου ότι ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση των φορολογικών συντελεστών θα είχε δυσμενέστατες συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα. Θα πετύχαινε δηλαδή αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά: συρρίκνωση αντί αύξησης των εσόδων.

Η προτεινόμενη επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής ήδη από εφέτος, με περικοπή των δαπανών και εξορθολογισμό της λειτουργίας του δημόσιου τομέα θα εκπλήξει όντως θετικά τις αγορές και θα συμβάλει στην ταχύτερη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Αυτό θα βοηθήσει να μειωθεί περαιτέρω το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, με αλυσιδωτές ευνοϊκές επιδράσεις στο κόστος δανεισμού των τραπεζών και κατ’ επέκταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να εισέλθει το συντομότερο δυνατόν σ’ ένα νέο ενάρετο κύκλο διαρκείας.
Σήμερα, η δημοσιονομική εξυγίανση είναι το πρώτο και σημαντικότερο όπλο για την ανάπτυξη. Αλλά μόνη της δεν αρκεί. Η απάντησή μας στην κρίση πρέπει να έχει δίδυμη στόχευση, όπως δίδυμες ήταν και οι αιτίες που μας οδήγησαν εδώ. Η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει δηλαδή να συνοδευθεί από μια συστηματική προσπάθεια για την ανάκτηση της απωλεσθείσας ανταγωνιστικότητας, με την επιδίωξη συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων ετησίως. Στις παρούσες εξάλλου συνθήκες, το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας δεν μπορεί να βασιστεί στην κατανάλωση, ιδιωτική και δημόσια, όπως έγινε δυστυχώς στο παρελθόν. Πρέπει, αντίθετα, να στηριχθεί στις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η ελληνική οικονομία, από τις πιο εσωστρεφείς στην Ευρώπη, πρέπει τώρα να ενισχύσει την εξωστρέφεια της. Αυτό όμως θα είναι αδύνατο αν δεν υπάρξει ουσιαστική αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, με τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές. Στόχοι των αλλαγών αυτών πρέπει να είναι:

α. Ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού προτύπου με έμφαση σε δυο αλληλένδετα στοιχεία: πρώτον, τις επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και, δεύτερον, τον εξαγωγικό προσανατολισμό.

β. Η ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών προϊόντων και εργασίας, ώστε αφενός η εξέλιξη στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να υποστηρίζει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και αφετέρου το κόστος αυτό να μη μεταφέρεται αδικαιολόγητα στις τελικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών.

γ. Η βελτίωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ασκείται η επιχειρηματική δραστηριότητα με την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, την εξάλειψη της διαφθοράς και τον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών της δημόσιας διοίκησης.

δ. Η ταχεία και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς.

στ. Η προώθηση της καθαρής ή «πράσινης» ανάπτυξης και η αλλαγή του σημερινού προτύπου παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.

ζ. Η αναβάθμιση της παιδείας και η ενθάρρυνση της καινοτομίας, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας.

Οι αλλαγές που απαιτούνται είναι εξαιρετικά επείγουσες. Τα μεγάλα προβλήματα που επί τόσα χρόνια διστάσαμε να αντιμετωπίσουμε βρίσκονται τώρα μπροστά μας. Γι’ αυτό είναι ιστορικές οι ευθύνες που οφείλουμε όλοι να αναλάβουμε μπροστά στη μεγάλη πρόκληση. Ο δρόμος για την έξοδο από την κρίση θα είναι μακρύς και δύσβατος. Θα χρειαστούν λοιπόν περισσότερες και μεγαλύτερης διάρκειας προσπάθειες από όλους. Η πορεία των επόμενων χρόνων θα προσδιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από το στόχο που θα επιλέξουμε και από την προσήλωσή μας σ’ αυτόν. Θέλουμε μια Ελλάδα εγκλωβισμένη σε μια ισορροπία χαμηλών δυνατοτήτων ή μια Ελλάδα σύγχρονη και δυναμική; Και επειδή ασφαλώς θέλουμε το δεύτερο, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε πλέον να πορευθούμε με τις συνταγές του παρελθόντος, δηλαδή:

» με μυωπική επιλογή του παρόντος εις βάρος του μέλλοντος,
» με καταναλωτική συμπεριφορά, στα όρια του ευδαιμονισμού, που υπερβαίνει κατά πολύ τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας,
» με επιλεκτική και κατά το δοκούν εφαρμογή των θεσμών και των νόμων,
» με μετάθεση των ευθυνών στους άλλους,
» με άρνηση κάθε προσπάθειας για οικοδόμηση συναίνεσης,
» με ιδεοληπτικές ερμηνείες της πραγματικότητας,
» με την απαίτηση της διατήρησης κεκτημένων που αντιστρατεύονται το συμφέρον της κοινωνίας στο σύνολό της,
» με κοντόφθαλμη επιδίωξη του εύκολου κέρδους στο βραχύτερο χρονικό διάστημα,

Όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε την παρούσα βαθιά κρίση. Πρέπει τώρα να μετατοπίσουμε την έμφαση στο μέλλον και να πραγματοποιήσουμε με γρήγορο βηματισμό τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Η σημερινή κρίση δεν μοιάζει σε τίποτα με όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, τουλάχιστον στη μεταπολεμική μας ιστορία. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογικές άλλων εποχών. Η συνειδητοποίηση του μεγέθους των προβλημάτων από όλους μας θα συμβάλει στην οικοδόμηση της κοινωνικής συναίνεσης, που είναι αναγκαία στη δύσκολη πορεία που έχουμε μπροστά μας. Μια πορεία που θα στηρίξει τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας, διασφαλίζοντας έτσι την κοινωνική συνοχή.

Εδώ αναδεικνύεται ο σύνθετος ρόλος που αναλαμβάνει σήμερα η κυβέρνηση, η οποία καλείται, με επιμονή και αποτελεσματικότητα, να υπερβεί εμπόδια, να κάμψει αγκυλώσεις του παρελθόντος, να ανοίξει νέους δρόμους και να καταδείξει με πειστικότητα ότι το τελικό όφελος από τη μακρά προσπάθεια θα υπερβεί κατά πολύ το κόστος που καλούμεθα να καταβάλουμε στη διαδρομή.
Οι μέχρι σήμερα αποφάσεις της είναι ελπιδοφόρες, καθώς η οικονομική πολιτική στρέφεται σταδιακά προς αυτές τις κατευθύνσεις και επιχειρεί να χαράξει μια νέα πορεία. Στην πορεία αυτή θα πρέπει να έχει την υποστήριξη όλων.

Η διαδρομή θα είναι μακρά και επίπονη. Δεν υπάρχει όμως άλλη επιλογή. Έχουμε ιστορικό καθήκον να τη διανύσουμε έως το τέλος, επιστρατεύοντας δυνάμεις, ικανότητες και χαρίσματα που υπάρχουν σ’ αυτή τη χώρα και έχουν αναδειχθεί σε άλλες περιόδους κρίσης στο παρελθόν, με θαυμαστά αποτελέσματα.


AXIAPLUS.GR

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s