Drastisk grekisk pensionsreform 2010-06-26

Greklands regering har godkänt den mest drastiska förändringen av landets pensionssystem på flera årtionden. Beslutet är ett led i försöken att förhindra statsbankrutt och tillfredsställa internationella långivare.

Nu sänks stegvis pensionsutbetalningarna och det blir slut på möjligheterna att gå i tidig pension. För att få ut full pension kommer det att krävas 40 års arbete, mot dagens 35-37 år, och kvinnornas pensionsålder höjs från 60 till 65 år, samma som för männen.

“Vi ärvde ett pensionssystem som har brakat samman och nu lagar vi det”, sade arbetsmarknadsminister Andreas Loverdos på en presskonferens efter fredagens regeringsmöte.

Pensionsreformen – som enligt facket ADEDY är “en slakt på de grundläggande pensionsrättigheterna” – är ett av de löften som socialistregeringen tvingats ge EU och Internationella valutafonden (IMF) för att få ett nödlån på 110 miljarder euro.

De flesta grekiska väljare är emot åtstramningarna, och en allmän strejk som utlysts till den 29 juni väntas ge en antydan hur starkt det folkliga motståndet är. Den dagen inleder parlamentet sin debatt om regeringens proposition.

Eftersom Socialistpartiet har 157 av parlamentets 300 platser går pensionspaketet sannolikt igenom, även om regeringen får räkna med en del kritik även från de egna leden.

di.se

Advertisements

4 thoughts on “Drastisk grekisk pensionsreform 2010-06-26

  1. Σε ποιον ανήκουν οι τράπεζες
    Του Μπαμπη Παπαδημητριου

    Μέχρι στιγμής, μόνον μία τράπεζα φαίνεται να επιθυμεί την ένταξή της στο ταμείο στήριξης των τραπεζών. Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, όπως επισήμως αναφέρεται στο δεύτερο παράρτημα του τέταρτου παραρτήματος του νόμου για τα μέτρα εφαρμογής του Μνημονίου, φοβίζει τους τραπεζίτες, κυρίως γιατί θα έχει μια συγκεκριμένη εξουσία: δικαίωμα βέτο σε αποφάσεις επιχειρηματικής στρατηγικής, απόδοσης μερισμάτων, μισθοδοσίας, ρευστότητας, διαχείρισης ενεργητικού/παθητικού κ.λπ. Με άλλα λόγια, το Ταμείο θα διοικεί, πρακτικώς, όσες τράπεζες «πέσουν στα νύχια του».

    Είχα επισημάνει («Το Ταμείο που “απειλεί” τις τράπεζες», «Κ» 30/5/2010) πως το Ταμείο θα εξετάσει τη δεοντολογία των μεγάλων ανοιγμάτων που έχουν και συντηρούν οι τράπεζες οι οποίες θα χρειαστούν τη «φαρμακερή βοήθεια». Βεβαίως, τα στελέχη των τραπεζών δηλώνουν με την πρώτη ευκαιρία πως δεν έχουν κανένα λόγο να πέσουν στα πόδια του Ταμείου. Ο Γιάννης Κωστόπουλος της Alpha Bank ήταν σαφής. Και, προφανώς, την ίδια απάντηση έχει δώσει στην πιθανότητα συνένωσής του με κάποιον άλλο τραπεζικό οργανισμό.

    Εχει όμως μικρή σημασία η «ψυχολογική διάθεση» των στελεχών που διοικούν ήδη επί πάρα πολλά έτη τα τραπεζικά μας ιδρύματα. Σημασία έχει τι θα δείξουν τα περίφημα stress tests, κάτι σαν τεστ κοπώσεως. Στην Ευρώπη αποφάσισαν τη δημοσιοποίηση των τεστ για τις 29 μεγαλύτερες τράπεζες. Δεν είναι σωστό να γνωρίζουμε κι εμείς τα αποτελέσματα για τις πέντε μεγάλες μας τράπεζες; Ιδιαίτερα όταν οι φορολογούμενοι έχουν ήδη δώσει πολλά για να στηριχθεί το τραπεζικό μας σύστημα τόσο το φθινόπωρο του 2008 όσο και πρόσφατα, παρά τις μεγαλόστομες «καταγγελίες» στελεχών της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

    Σίγουρα, ο Γιώργος Προβόπουλος, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και, από πρακτική άποψη, ήδη «ο εν Ελλάδι εκπρόσωπος του μεγαλομετόχου του ελληνικού τραπεζικού συστήματος», θα διαβάσει προσεκτικά τα αποτελέσματα. Και εξίσου αυτονόητο είναι ότι θα ζητήσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών. Μπορεί σήμερα να δέχεται ότι τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΗΔ) δεν ξεπερνούν, ως αναλογία, ένα «λογικό» ποσοστό. Γνωρίζει όμως πολύ καλά ότι το ποσοστό αυτό δεν είναι αληθινό (προσέξτε τις ανακοινώσεις της Credit Agricole για την Emporiki…), ενώ άλλωστε θα μεγαλώνει ταχύτατα όσο μειώνονται τα δάνεια.

    Εκείνο όμως που θα στείλει τον δείκτη ΜΗΔ στο υψηλό σημείο απαιτούμενης επείγουσας παρέμβασης είναι μια δεύτερη, ενδελεχής και ανεξάρτητη, επισκόπηση των μεγάλων δανείων που έχουν οι τράπεζες. Διαχέεται ήδη, στις πολλές συζητήσεις που γίνονται για το θέμα, ότι όλες οι τράπεζες έχουν τα ίδια προβλήματα με τα δάνειά τους. Οτι, δηλαδή, οι σκελετοί στα ντουλάπια δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Όπως είναι προφανές, την άποψη αυτή διακονούν κυρίως εκείνα τα στελέχη, εκείνων των τραπεζών, που καλά γνωρίζουν ότι έχουν σοβαρά προβλήματα. Πολύ συχνά μάλιστα, προβλήματα ηθικής τάξεως. Η αλήθεια είναι πως κάποιες τράπεζες δεν έδωσαν δάνεια εκεί που κάποιες άλλες έσπευσαν!

    Ο δεύτερος παράγοντας που επηρεάζει τις επικείμενες συγχωνεύσεις είναι το προσωπικό που θα περισσεύει. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι στα καταστήματα και το δίκτυο, αλλά στις κεντρικές υπηρεσίες, αφού, σε μεγάλο βαθμό, όλες οι μεγάλες τράπεζες έχουν παρόμοια δομή. Το πρόβλημα αυτό φοβίζει περισσότερο, όπως είναι λογικό, την κυβέρνηση. Η οποία όμως πρέπει να αναλάβει και την πρωτοβουλία των κινήσεων, πριν υποχρεωθεί το Ταμείο να προβεί στα απαραίτητα. Αν ευσταθούν όσα συζητούνται περί προνομιούχων σχέσεων κάποιων τραπεζιτικών κύκλων, κάποιων απαιτήσεων μεγάλων μετόχων και κάποιων συνεννοήσεων με ευρωπαϊκού τραπεζικούς κύκλους, τότε η κυβέρνηση θα χρειαστεί και σοβαρή πυγμή και πειστική διαφάνεια.

    Το σίγουρο είναι πως «κάποιοι θα χάσουν την καρέκλα τους» («Κ», 13/3/2010) αλλά και την επιρροή τους, προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να ξαναβγούν στις διεθνείς αγορές, να κλείσουν τα ρέπος που έχουν με την ΕΚΤ (πάνω από 90 δισ.!) και να χρηματοδοτήσουν την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε ήπια ανάπτυξη. Αν δεν βοηθηθεί το τραπεζικό σύστημα, η οικονομία δεν θα διορθωθεί.

    Το εμπόδιο είναι το κράτος. Ο καθηγητής Βασίλης Ράπανος, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, σημείωσε προχθές ότι «στη χώρα μας συνέβη το αντίθετο» από εκείνο που έπαθαν όσες χώρες αύξησαν τα κρατικά τους ελλείμματα για να προστατεύσουν τις τράπεζες τους. Το κράτος, όπως και στην περίοδο 1979-1992, φορτώνει τα προβλήματά του στις τράπεζες. Αν ακόμη αναρωτιέστε γιατί όλες μαζί δεν «αξίζουν» περισσότερο από 15 δισ. όταν τα ελληνικά ομόλογα ξεπέφτουν κι άλλο, κάντε τον υπολογισμό της ζημιάς που θα προκαλέσει «μικρό» haircut στο χαρτοφυλάκιο των 40 δισ. ομολόγων. Μήπως δεν φτάνουν ούτε τα 10 δισ. που θα πάρει προίκα το Ταμείο;

  2. Το τέλος του μύθου
    Tου Κωστα Iορδανιδη

    Η ελληνική κοινωνία αρχίζει να βιώνει σταδιακά το τέλος ενός μύθου, που άρχισε να διαμορφώνεται στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και που προσέλαβε διαστάσεις ανεξέλεγκτες στα χρόνια της μεταπολιτεύσεως. Ηταν ο μύθος της αενάου οικονομικής αναπτύξεως, της μαζικής συμμετοχής σε εκλεκτικές δραστηριότητες, όπως η παιδεία και ο πολιτισμός, της βεβαιότητος με μία λέξη ότι η επιστροφή στο καθεστώς ανέχειας ήταν απλώς αδιανόητη.

    Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 κάποιοι στοχαστές στην Ευρώπη -κυρίως στη Γαλλία- προβληματίζονταν με ποιον τρόπο θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί δημιουργικά ο ελεύθερος χρόνος των πολιτών, καθώς αυτός θα αυξανόταν διαρκώς χάρη στην διαρκή εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγή. Το αριστοκρατικό πλεονέκτημα της αργίας -και όχι ο μόχθος των αστών- φαινόταν προσιτό ακόμη και στις μη προνομιούχες τάξεις.

    Στην εσωτερική σκηνή, το πολιτικό σύστημα της χώρας θεώρησε ότι με την είσοδο της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και αργότερα στη Ζώνη του Ευρώ, το 2000, έλυνε τα προβλήματα του έθνους, που επί τέλους θα ενσωματωνόταν οριστικά και αμετάκλητα στη Δύση. Η διάψευση υπήρξε τραγική, σε σημείο που ορισμένοι να νοσταλγούν την περίοδο της δραχμής, δίχως φυσικά να έχουν αντίληψη τι συνεπάγεται ακριβώς μία εξέλιξη της μορφής αυτής.

    Κάποιοι από τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως στην Ελλάδα πίστευαν εντίμως ότι η ενσωμάτωση της χώρας στη λέσχη των προηγμένων ευρωπαϊκών κρατών θα είχε ως συνέπεια την ωρίμανση του πολιτικού συστήματος, την μεγαλύτερη διαφάνεια, τον εξορθολογισμό του δημοσίου βίου. Αντί ωριμάνσεως, η πολιτική αντιπαράθεση προσέλαβε ενίοτε βάρβαρες διαστάσεις και αντί για διαφάνεια ανεδείχθη πρωτοφανής διαφθορά.

    Για όλες αυτές τις στρεβλώσεις διόλου δεν ευθύνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύνολο ή τα κράτη-μέλη που την συγκροτούν, αλλά η ελληνική ιδιορρυθμία και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος της χώρας να λειτουργήσει με τρόπο παραδειγματικό για τους πολίτες.

    Το ανησυχητικότερο όμως όλων, σε αυτήν τη φάση, είναι ότι η Ένωση βυθίζεται σταδιακώς σε μία κρίση, από την οποία η έξοδος δεν είναι προφανής. Ιδιαίτερα, η απόκλιση Γαλλίας – Γερμανίας, δύο χωρών που διαμόρφωσαν την σημερινή Ευρώπη, έχει προσλάβει διαστάσεις σοβαρές, και αυτό αυξάνει το αίσθημα ανασφάλειας. Η κρίση επίσης έφερε στην επιφάνεια λανθάνουσες τάσεις εθνικισμού, όχι απλώς στο επίπεδο της ηγεσίας αλλά στο επίπεδο των πολιτών, πράγμα εξόχως επικίνδυνο.

    Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεσμεύθηκε να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα εξυγιάνσεως και ανορθώσεως της οικονομίας και οφείλει να το εφαρμόσει. Αλλά η κοινωνία δεν είναι ένα σύνολο ανδραπόδων, που ακολουθεί κελεύσματα. Για να υποβληθεί σε θυσίες θα πρέπει να πεισθεί ότι διακυβεύεται κάτι σαφώς ανώτερο από την υλική ευημερία. Αυτό συνέβαινε την εποχή που η αντίληψη των εθνικών κρατών ήταν κραταιά.

    Σήμερα η κατάσταση είναι περιπλοκότερη. Η ενωμένη Ευρώπη ως αντίληψη έχει πληγεί, αν και όχι ανεπανόρθωτα, και εθνικό κράτος στο πλαίσιο της οικονομίας δεν υφίσταται. Απαιτείται νέο ιδεολόγημα ώστε να μην μετατραπεί η χώρα σε πεδίο νέας εμφυλιακής συγκρούσεως.

  3. «Εδώ δεν μπαίνει κανείς»
    Tου Αλεξη Παπαχελα

    Πριν από πολλά χρόνια μια μεγάλη ομάδα Ελλήνων δημοσιογράφων βρέθηκε σ’ ένα δικαστήριο στο εξωτερικό για μια υπόθεση. Οι φρουροί εκεί ενημέρωσαν όλους πως (α) δεν μπορούν να μπουν μαγνητόφωνα στο δικαστήριο και (β) όλα τα αντικείμενα, τσάντες κ. λπ. έπρεπε να περάσουν από ένα ειδικό μηχάνημα. Οι δημοσιογράφοι άρχισαν να επικαλούνται την «ελευθερία του Τύπου» και αρνούνταν να περάσουν από τη σχετική διαδικασία. Κάποια, μάλιστα, στιγμή, ο τότε γενικός πρόξενος εξήγησε -με στομφώδες ύφος- στον επικεφαλής φρουρό ποιος είναι και του ζήτησε να γίνει μια εξαίρεση. Ο φρουρός απάντησε ότι «δεν με ενδιαφέρει ποιος είστε, ας είστε και ο Πάπας, εδώ δεν μπαίνει κανείς χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες μας».

    Η μικρή αυτή ιστορία δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται η δική μας κουλτούρα στα θέματα ασφάλειας από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το πρόβλημα στην Ελλάδα αρχίζει με το περίφημο «έλα μωρέ, ο Γιώργος είναι, ο φίλος του Τάκη, άστον να περάσει», που ακούγεται καθημερινά και σε διάφορες περιστάσεις. Δεν υπάρχει τίποτα αυτόματο και απρόσωπο στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να οδηγούν στο μοιραίο η τσαπατσουλιά και η ρουτίνα.

    Η άλλη όψη του προβλήματος είναι βέβαια η νοοτροπία των πολιτών. Ο δικηγορικός σύλλογος θεωρεί «προσβλητικό» να ελέγχονται οι δικηγόροι όταν μπαίνουν στα δικαστήρια, λες και δεν μπορεί ένας από τους χιλιάδες δικηγόρους να είναι τρομοκράτης ή συνεργός κάποιου ποινικού που θέλει να αποδράσει. Στις φυλακές αποφασίζει η πολιτεία να μη βάλει κλωβό που να εμποδίζει τη χρήση κινητών από κρατουμένους «γιατί μπορεί να βλάψει την υγεία τους», λες και οι κλωβοί που λειτουργούν στο Μέγαρο Μουσικής ή τη Βουλή είναι δολοφονικοί… Οι δημοσιογράφοι συχνά ωρυόμαστε όταν υφιστάμεθα κάποιον έλεγχο.

    Μέσα στο μπάχαλο του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού ό,τι είχε να κάνει με ασφάλεια λοιδορήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Οποιος ήθελε μια αστυνομία που να συλλέγει πληροφορίες και να κάνει τη δουλειά της θεωρείτο γραφικός ή ακραίος ή… ή…

    Είναι προφανές πως μια κοινωνία που μπαίνει σε μεγάλες αναταράξεις και με έντονο ιστορικό τρομοκρατίας και βίας πρέπει να αλλάξει αν θέλει να αυτοπροστατευθεί και να θωρακίσει τη δημοκρατία της. Οι πολίτες, όποιοι κι αν είναι, ό,τι ιδέα και αν έχουν για τον εαυτό τους, οφείλουν να τηρούν όποιους κανόνες ασφαλείας επιβάλλει το νόμιμο κράτος. Αλλιώς οφείλουν να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου! Και ταυτόχρονα το κράτος πρέπει να εκπαιδεύσει μια νέα γενιά αστυνομικών κ. ά. σε συνθήκες επαγγελματισμού και με τη νοοτροπία πως «δεν με νοιάζει αν είσαι ο Πάπας, από εδώ δεν περνάς χωρίς έλεγχο».

    Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι εύκολο. Το εντυπωσιακό άλλωστε είναι ότι ένα κομμάτι του ελληνικού μυαλού έχει ποτιστεί μ’ έναν άρρωστο συνδυασμό θεωριών συνωμοσίας και ανόητης αμφισβήτησης των πάντων. Είναι εντυπωσιακό πως πεθαίνουν τρεις συμπολίτες μας στη «Marfin» και κάποιοι, φανατισμένοι και μη, επιμένουν στην αρχή να φωνάζουν πως δεν σκοτώθηκε κανείς και είναι όλα κατασκευάσματα και μετά να ουρλιάζουν πως «για όλα φταίει η έλλειψη πυρασφάλειας». Το ίδιο άλλωστε συνέβη με μερικούς που, μόλις μαθεύτηκε η είδηση της βόμβας στην Κατεχάκη, είτε χαμογελούσαν πονηρά και χαιρέκακα υπονοώντας πως «να τι έπαθε ο Χρυσοχοΐδης που μας έκανε τον μάγκα» είτε, πάλι, έκλειναν το μάτι υποστηρίζοντας πως «μπορεί να είναι και από μέσα η δουλειά, για να ξεχάσουμε το ασφαλιστικό».

    Αν δεν αλλάξουμε λοιπόν το «στραβό μας το κεφάλι», ξεριζώνοντας τα χαλασμένα κύτταρα που παράγουν ενστικτωδώς τέτοιες δήθεν «ψαγμένες» βλακείες, αν δεν σοβαρευτούμε ως κράτος και ως κοινωνία, το πρόβλημα της ασφάλειας στη χώρα θα γίνει πολύ πιο οξύ με σημαντικές συνέπειες.

  4. Μια ελληνική τραγωδία
    Του Σταθη Ν. Καλυβα*

    «Σήμερα, μια σχεδόν ξεχασμένη αμερικανική αποστολή καλείται να επιτελέσει ένα θαύμα», έγραφε στις 20 Σεπτεμβρίου 1947 στο περιοδικό Collier’s, ο επικεφαλής της Πολ Πόρτερ, προσθέτοντας πως «το θαύμα είναι η σωτηρία της Ελλάδας από την οικονομική διάλυση και την κομμουνιστική επιβουλή». Ο ίδιος κατέγραφε την τεράστια απαισιοδοξία που κάλυπτε ολόκληρη την κοινωνία, από την κορυφή ώς τη βάση: «Γιατί να ξαναχτίσω το σπίτι μου;», τον ρωτούσε ένας αγρότης, καθώς το είχε δει να καίγεται πρώτα από τους Τούρκους και μετά από τους Βούλγαρους, τους ναζί και τους αντάρτες. Με αρκετή δόση πικρής ειρωνείας, ο Πόρτερ τόνιζε πως το μόνο που είχε να πετύχει η αμερικανική αποστολή ήταν «να θέσει τέλος σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο, να εξαλείψει τη διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, να ξαναχτίσει την εθνική οικονομία και να ξαναζωντανέψει την ελπίδα ενός απελπισμένου λαού». Και όμως, κατέληγε, «υπάρχει μια πιθανότητα να τα καταφέρουμε». Κόντρα στις προβλέψεις, το θαύμα έγινε. Η Ιστορία δικαίωσε τον Πόρτερ.

    Η έκβαση αυτή υπήρξε συνάρτηση τριών, κυρίως, παραγόντων: των προσαρμογών της πολιτικής τάξης, της αναδιοργάνωσης του κράτους και της οικονομίας μέσω του σχεδίου Μάρσαλ και της μνημειώδους ανεπάρκειας του ΚΚΕ.

    Για την τελευταία έχουν γραφτεί πολλά, σχεδόν πάντοτε αποσπασματικά και με μπόλικη δόση συναισθηματισμού. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει ο Νίκος Μαραντζίδης με το νέο του βιβλίο, «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας»: έτσι ονόμασε το ΚΚΕ την ένοπλη οργάνωση που δημιούργησε για να κατακτήσει την εξουσία που του διέφυγε τον Ιανουάριο του 1945. Είναι ένα βιβλίο που καταπιάνεται περιεκτικά, τεκμηριωμένα και εντελώς ψυχρά με μια ευρεία θεματολογία, από τις μεταμορφώσεις της εικόνας του ΔΣΕ στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς ώς τη δημογραφική του σύνθεση, τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά και το αξιόμαχο των μαχητών του, και από τη στρατιωτική βοήθεια που δέχτηκε από τις Λαϊκές Δημοκρατίες ώς τα θέματα ταμπού, όπως οι σχέσεις των δύο φύλων, ο ρόλος των παιδιών και η τύχη των αιχμαλώτων του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διερεύνηση του κράτους που έστησε το ΚΚΕ, όταν αναδύθηκε σε περιοχές τη χώρας ένα θνησιγενές σοβιετικό καθεστώς.

    Είναι περιττό να λεχθεί πως το βιβλίο αυτό διαλύει πολλά δημοφιλή μυθεύματα και γι’ αυτό θα ενοχλήσει. Πρόσφατες μελέτες παρουσίασαν μια εικόνα του ΔΣΕ ως ενός στρατού αποφασισμένων ιδεολόγων και ηρώων που πολέμησαν για έναν δίκαιο και ανώτερο σκοπό με ελάχιστα μέσα και ηττήθηκαν από έναν υπέρτερο, λόγω ξένης βοήθειας, αντίπαλο. Πρόκειται για μια εικόνα που αναπαρήγαγε εν μέρει και η πρόσφατη ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά». Τονίζω το εν μέρει, γιατί η ταινία δέχτηκε τα συγκροτημένα πυρά μιας αριστερής ορθοφροσύνης που δεν ανέχεται τίποτα εκτός από την πλήρη ταύτιση με τις θέσεις της.

    Φέρνοντας για πρώτη φορά στο φως αρχειακά τεκμήρια από τις πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες, ο Μαραντζίδης δείχνει πως ο ΔΣΕ δέχθηκε τεράστια στρατιωτική βοήθεια. Τα στοιχεία αυτά είναι τόσο λεπτομερή και συντριπτικά που δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης. Ο ΔΣΕ, όμως, απέτυχε να αξιοποιήσει σημαντικό μέρος της βοήθειας αυτής, όπως άλλωστε απέτυχε να εκπληρώσει όλους, σχεδόν, τους στόχους που έθεσε.

    Η ανεπάρκεια αυτή, που καθόλου δεν αποκλείει τις ατομικές ηρωικές ενέργειες, ήταν συνάρτηση της οργάνωσής του ως αυστηρά κομματικού στρατού, της διοίκησής του από μια κομματική ιεραρχία με ελάχιστες στρατιωτικές γνώσεις και έντονες προσωπικές αντιπαλότητες και της στελέχωσής του λιγότερο από Αριστερούς (που οι περισσότεροι έμειναν άπρακτοι στις πόλεις, ενώ άλλοι στάλθηκαν στη Μακρόνησο και πολλοί πολέμησαν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού) και περισσότερο από βίαια επιστρατευμένους αγρότες και αγρότισσες της Βόρειας Ελλάδας, καθώς και πολλούς ανηλίκους. Μάλιστα, ένα μεγάλο ποσοστό των μαχητών του, ίσως και το μεγαλύτερο προς το τέλος, ήταν σλαβόφωνοι χωρικοί με περιορισμένο ενδιαφέρον για τον κομμουνισμό. Τα στοιχεία αυτά σκιαγραφούν το δράμα χιλιάδων ανθρώπων «οι πιο πολλοί από τους οποίους στρατολογήθηκαν βίαια και υποχρεώθηκαν να πολεμήσουν κάτω από μια ηγεσία που δεν εμπιστεύονταν, σ’ έναν πόλεμο που δεν πίστευαν και τον οποίο δεν μπορούσαν να κερδίσουν», γράφει ο Μαραντζίδης. Ηταν, λοιπόν, αναμενόμενες οι μαζικές λιποταξίες και η έντονη καχυποψία της ηγεσίας για το φρόνημα των μαχητών, που οδήγησαν σε βασανιστήρια και εκτελέσεις.

    Οι τραγικές αποφάσεις του ΚΚΕ να μετακινήσει χιλιάδες παιδιά έξω από την Ελλάδα, πολλές φορές ενάντια στις επιθυμίες των οικογενειών τους και να υιοθετήσει το «δικαίωμα της εθνικής αποκατάστασης και αυτοδιάθεσης του μακεδονικού λαού», το απομόνωσαν εντελώς από τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και σφράγισαν την ήττα του, η οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν αποτέλεσμα των ναπάλμ, όπως αφελώς αναφέρεται τελευταία. Δίχως, όμως, τη μαζική στρατιωτική βοήθεια των Λαϊκών Δημοκρατιών και τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης σε μια τεράστια ενδοχώρα βόρεια των ελληνικών συνόρων, ο πόλεμος δεν θα είχε ούτε διάρκεια ούτε θα προξενούσε τις τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε.

    Διαβάζοντας το βιβλίο, συλλαμβάνει κανείς το μέγεθος της τραγωδίας. Οχι απλά γιατί ένας εμφύλιος πόλεμος είναι από μόνος του τραγικός, όσο γιατί ξεπροβάλλει ανάγλυφη η τεράστια ευθύνη μιας κομματικής ηγεσίας που πλειοδοτούσε ασύστολα, έχοντας τυφλωθεί από το όραμα της κατάκτησης της εξουσίας, όπως ένας χαρτοπαίκτης που πιστεύει ακράδαντα πως θα φύγει από το τραπέζι με όλα τα λεφτά. Ετσι κατέστρεψε χιλιάδες ζωές. Μήπως, λοιπόν, αντί να ασχολούνται με ανόητα μνημεία και γιορτές, οι επίγονοι της ηγεσίας αυτής θα έπρεπε να απευθύνουν μια δημόσια συγγνώμη, όπως έμμεσα έπραξαν και οι αντίστοιχοι της άλλης όχθης για τις ευθύνες που της αναλογούσαν; Το ρητορικό του ερωτήματος αναδεικνύει και το μέτρο της πολιτικής ωριμότητας και ηθικής ευαισθησίας της συγκεκριμένης ηγεσίας.

    * Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής του πανεπιστημίου Yale.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s