Πώς κινήθηκε το Χρηματιστήριο Αθηνών στο κραχ του 1929;

Ετεροχρονισμένα έφθασαν στην Ελλάδα οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929. Η οικονομία της χώρας μόλις ένα χρόνο νωρίτερα, κατά το 1928, είχε καταφέρει να αφήσει προσωρινά πίσω της  τη νομισματική αστάθεια. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα ήταν καρπός  της εμμονής της κυβέρνησης Bενιζέλου στην πολιτική  υπεράσπισης της δραχμής, που  οδήγησε στη νομισματική σταθεροποίηση μέχρι τη στιγμή της αποχώρησης της Βρετανίας  από το σύστημα της χρυσής βάσης (gold standard), οπότε  έντονος προβληματισμός προκλήθηκε στη χώρα για την πιθανότητα υποτροπής και της ελληνικής οικονομίας.

Παραδόξως, η εικόνα που παρουσίαζε τότε η οικονομική ζωή της χώρας, έδινε την εντύπωση ότι ξεχείλιζε από «ευζωία», καλοπέραση και οικονομική “ευπραγία». Χαρακτηριστικά, η εφημερίδα Πρωία έδινε την εικόνα της εποχής: «…ταβέρνες γεμάτες, κουρεία γεμάτα, τεχνίτες που δεν ευκαιρούσαν να επιδιορθώσουν ζημιές, χοροί, πανηγύρια, κέφι παντού». Όλα αυτά έδειχναν, προφανώς, τη δυσανάλογη κατάσταση μιας κοινωνίας, που παρέσυρε την οικονομία της πάνω από τις δυνατότητές της.


Χρηματιστές σε ταβέρνα της εποχής

Απόρροια  του χρηματιστηριακού «κραχ» της Αμερικής,  υπήρξε η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών ολόκληρης της διεθνούς κοινότητα. Στη χώρα μας, αρχικά, προκλήθηκε μία παρατεταμένη πίεση στις τιμές των βιομηχανικών και γεωργικών αξιών. Στο χρηματιστηριακό χώρο, όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε, συγκρατήθηκαν προσωρινά τα πράγματα, μόνο χάρη στην απόφαση του Συνδικάτου των Τραπεζών για χορήγηση (αλληλέγγυου) δανείου 70 εκατομμυρίων σε τριάντα επτά μέλη του Χρηματιστηρίου, ώστε να προκύψει ανακούφιση της αγοράς. Συγχρόνως, απαγορεύτηκαν εκ νέου οι προθεσμιακές συναλλαγές.

Τα μέτρα αυτά δεν στάθηκαν ικανά για τη συγκράτηση της κατάρρευσης του Χ.Α.Α. Η Επιτροπή σε έκτακτη επίσκεψή της στον υπουργό Οικονομικών ζήτησε τη σοβαρή, αγοραστική παρέμβαση του κράτους, για την έκτακτη αντιμετώπιση της κατάστασης. Άλλωστε, εκτός από την παγκόσμια οικονομική κρίση, βασικοί λόγοι της κατακρήμνισης των τιμών στην Ελλάδα θεωρούνταν και οι ακόλουθοι:

 ― η αθρόα έκδοση κρατικών ομολογιών με υψηλό τόκο, που επέφερε παραγκωνισμό των εταιρικών αξιών,

 ― η στενότητα του χρήματος και

 ― η βαριά φορολογία των Ανωνύμων Εταιριών.



Τίτλος 25 μετοχών ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΝΘΡΑΚΩΡΥΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ,
έκδοσης 1927

Πράγματι, η κυβέρνηση, ανησυχώντας σοβαρά για την πτώση του Χ.Α.Α., αποφάσισε τη μείωση της φορολογίας των εταιριών και την ενίσχυση των βιομηχανιών με δάνεια.

Στις αρχές του 1930, η μετοχή της Εταιρίας Λιπασμάτων σημείωσε κάθετη και παρατεταμένη πτώση. Για να αποτραπεί τότε η γενίκευση του κακού παρενέβη η Εθνική Τράπεζα με αγορές μεγάλου αριθμού μετοχών, ενέργεια που ανακούφισε την αγορά για λίγες μόνο μέρες.

Στις 22 Ιανουαρίου, σημειώθηκε μεγάλη υποτίμηση σε όλα τα χρεόγραφα. Τα μέλη του χρηματιστηρίου δεν έκρυψαν τους φόβους τους για επικείμενη καταστροφή. Η Εθνική Τράπεζα ήταν αυτή που κλήθηκε και πάλι από την Επιτροπή σε ρόλο σωτήρα για να προλάβει το κακό και τα κατάφερε τελικά προβαίνοντας σε σημαντικές αγορές χρεογράφων. Με αυτό τον τρόπο επήλθε κάποια σταθερότητα, ώστε η Επιτροπή ζήτησε κι επανέφερε τις συναλλαγές μετοχών με προθεσμία.

Όμως, οι ανεπανόρθωτες ζημιές, η απραξία που επικρατούσε στις συναλλαγές και ο δυσανάλογα μεγάλος αριθμός χρηματιστών σε σχέση με τις ανάγκες του χρηματιστηρίου ώθησαν την Επιτροπή να μελετήσει τρόπο «εθελουσίας εξόδου κάποιων χρηματιστών» από το επάγγελμα για την αποσυμφόρηση του χώρου. Άλλοι τέσσερις χρηματιστές που πτώχευσαν, έχασαν τις θέσεις τους.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα πρόσκαιρα κατάφερε να αποφύγει το δραματικό κόστος της κρίσης που γνώρισαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.  Η ύφεση και στην Ελλάδα ασφαλώς ήταν αναπότρεπτη αφού η κρίση σοβούσε σε όλη την Ευρώπη Οι διεθνείς εξελίξεις και η σοβαρή διαταραχή του παγκόσμιου, οικονομικού συστήματος τροφοδότησαν έντονες ανησυχίες για τον αντίκτυπο της ύφεσης και στην Ελλάδα, όπου το χρηματιστήριο βίωσε έντονα τις οδυνηρές συνέπειες, στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του Μεσοπολέμου.

Δεκαπεντάμηνο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου
Η ανατολή του 1931, βρήκε, κατ΄ αρχήν, τις τιμές των μετοχικών αξιών σε σταθερότητα και βελτίωση. Η μετοχή της Εθνικής είχε ήδη ανέβει στις 80.000 δραχμές. Παρά ταύτα, η αυξημένη ανεργία φαινόταν να ευθύνεται για τη νέα κάμψη του δείκτη. Αρκετά μέλη του Χ.Α.Α. τότε, βρέθηκαν στη σκληρή ανάγκη να ζητήσουν προσωρινή, οικονομική ενίσχυση από τη Διοικούσα Επιτροπή.

Κατόπιν, επακολούθησε αθρόα και γενικευμένη πτώση των τιμών, που κυριολεκτικά οδήγησε σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση το χρηματιστήριο. Οι αρχές αναγκαστικά επέβαλαν και πάλι αναστολή στις προθεσμιακές συναλλαγές (με εξαίρεση τα χρεόγραφα του Δημοσίου).

Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή επιδόθηκε σ΄ έναν εξαντλητικό αγώνα ενημέρωσης όλων των φορέων. Με αλλεπάλληλες επισκέψεις σε τραπεζίτες, υπουργεία και αυτόν ακόμη τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, ζητούσε την άμεση επέμβαση του κράτους διεκτραγωδώντας την κατάσταση. , Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, αντί για άλλη ενίσχυση, αρκέστηκε μόνο να αναφερθεί στην άριστη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.

Συνακόλουθα, τα θύματα της ιστορικής αυτής κρίσης πληθύνονταν και σύντομα δύο ακόμη χρηματιστές περιήλθαν σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους. Δυσεπίλυτα, επίσης, προβλήματα προέκυψαν με τις εκκαθαρίσεις των συναλλαγών. Οι χρηματιστές, αδυνατώντας να καλύψουν ακόμη και τις στοιχειώδεις, βιοτικές τους ανάγκες, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από τη Διοίκηση, που θα το εξοφλούσαν με τη μελλοντική εργασία τους.

Η υποτίμηση των αξιών συνεχίστηκε και κατά τον Αύγουστο του 1931, οπότε και επικρατούσε σοβαρά η άποψη για κλείσιμο του Χρηματιστηρίου ως μέτρο έσχατης ανάγκης. Η κυβέρνηση έχοντας στραμμένη την προσοχή της στο νομισματικό πρόβλημα, που προκλήθηκε με την πτώση της χρυσής λίρας, αγωνιζόταν να επιτύχει κάποια νομισματική σταθεροποίηση.

Η επιδεινούμενη κρίση οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Το τελευταίο λάκτισμα, μάλιστα, έδωσαν τα τηλεγραφήματα που ήρθαν από το Λονδίνο, τη νύχτα της 19ης Σεπτεμβρίου «περί εγκαταλείψεως υπό της Αγγλίας της χρυσής βάσεως», ενώ, συγχρόνως «αι δοθείσαι εκ Λονδίνου τιμές των ελληνικών αξιών ήσαν πολύ χαμηλαί».

Μετά από κοινή σύσκεψη του προέδρου του χρηματιστηρίου Γεωργίου Σωτηρόπουλου, του πρωθυπουργού, Ελευθέριου Βενιζέλου, των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών των τραπεζών Εθνικής και Ελλάδος, συμφωνήθηκε, περισσότερο για λόγους εντυπώσεων στο εξωτερικό, η απόφαση για το κλείσιμο του χρηματιστηρίου να ληφθεί από την Επιτροπή του και μόνο.

Αμέσως, επιβλήθηκε αναστολή της λειτουργίας του Χ.Α.Α. επ΄ αόριστον, αφού όλοι, ήδη, είχαν αντιληφθεί πως κάθε επέμβαση για τη συγκράτηση των τιμών και την αντιμετώπιση της καταιγίδας ήταν μάταιη. Ακολούθως, το Χρηματιστήριο παρέμεινε κλειστό για το μακρό διάστημα των δεκαπέντε μηνών, από τις 20 Σεπτεμβρίου 1931 μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου, παραμονές Χριστουγέννων του 1932.

Πρώτη στέγη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, στη δυτική πλευρά της οικίας Μελά,
όπου λειτουργούσε το Κεντρικό Ταχυδρομείο


http://www.capital.gr

Advertisements

3 thoughts on “Πώς κινήθηκε το Χρηματιστήριο Αθηνών στο κραχ του 1929;

  1. 1929 – 1932: Η Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και η Ελληνική Πτώχευση

    α. Τα πρώτα σημάδια της παγκόσμιας κρίσης στην Ελλάδα

    Το οικονομικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου είχε στόχο την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Γι’ αυτό είχε δρομολογήσει έναν αριθμό από μεγάλα δημόσια έργα, η ολοκλήρωση των οποίων θα ωθούσε τη χώρα στην ευημερία και στην ανάπτυξη. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα, αλλά κυρίως η διεθνής οικονομική συγκυρία δεν επέτρεψε την άμεση και έγκαιρη ολοκλήρωσή τους. Η κατάρρευση (κραχ) του αμερικανικού χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929, είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στις οικονομίες των κρατών της Ευρώπης και κυρίως σ’ αυτές των ασθενέστερων κρατών, όπως η Ελλάδα. Ήδη από το 1930, άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της κρίσης και στην Ελλάδα. Οι εξαγωγές άρχισαν να μειώνονται, ενώ δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν χρηματοδοτήσεις από το εξωτερικό, για τη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων. …

    Πράγματι, την ίδια εποχή ο Αλέξανδρος Διομήδης, διοικητής της Τ.τ.Ε. περιόδευε στο εξωτερικό, για να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για το δάνειο. Η διεθνής οικονομική κατάσταση ήταν δύσκολη, γιατί οι ευρωπαϊκές οικονομίες ήδη πλήττονταν από την κρίση που είχε ξεκινήσει από την Αμερική. Τελικά, υπήρξαν ευνοϊκές εξελίξεις και στις 19-3-1931, ο Διομήδης ανέφερε από το Λονδίνο την έγκριση της απόφασης για την παραχώρηση δανείου 4.600.000 λιρών στην Ελλάδα. …Η τιμή έκδοσης του δανείου ήταν 83,5% με επιτόκιο 6%. Έτσι, το πραγματικό κεφάλαιο ανερχόταν μόλις στα 3.800.000 λίρες, ενώ το επιτόκιο στο 7,18%. …

    Αν και οι όροι δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί, το δάνειο ήταν μια επιτυχία της Ελλάδας. Ένα μήνα πριν, στις 5 Φεβρουαρίου, η Ρουμανία είχε πάρει δάνειο 8.000.000 λιρών από τη Γαλλία στην τιμή του 76% και με επιτόκιο 7%. …Αυτή την εποχή η παγκόσμια οικονομική κρίση φαίνεται ότι δεν τρόμαζε πολύ τους Έλληνες υπευθύνους. Στις 27-3-1931, ο Υπουργός Οικονομικών, Μαρής, σε συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό του έτους 1931/1932, υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα ξεπερνούσε την κρίση και μάλιστα έκανε λεκτική επίθεση εναντίον όσων προέβλεπαν το αντίθετο. Είχε, όμως, άδικο, όπως αποδείχτηκε μόλις λίγους μήνες αργότερα.

    Οι συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης δεν είχαν φτάσει ακόμα στην Ελλάδα και το νόμισμα ακολουθούσε τη σταθεροποιητική του πορεία. Όμως, ήδη από τις 30 Ιουνίου 1931, ο διορισμένος από την Κ.Τ.Ε. Άγγλος σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδας, Η. C. Finlayson, έγραψε στο Βενιζέλο προειδοποιώντας τον: «…εξακολουθεί να υφίσταται στην Ελλάδα σοβαρή έλλειψις οικονομικής ισσοροπίας και ότι, αν δε ληφθούν διορθωτικά μέτρα, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια σοβαρή κατάστασις…» …

    β. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και η αντίδραση της κυβέρνησης Βενιζέλου

    Η κατάρρευση του αμερικανικού χρηματιστηρίου στη Νέα Υόρκη το φθινόπωρο του 1929, είχε σοβαρές συνέπειες σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτές έγιναν έντονες στην Ευρώπη το πρώτο εξάμηνο του 1931. Την άνοιξη του 1931, η κατάσταση είχε χειροτερέψει για τις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών, τα περισσότερα από τα οποία αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους προς την Αμερική. Επίσης, υπήρχε πρόβλημα και στις διευρωπαϊκές πληρωμές δανείων, πράγμα που επιδείνωνε περισσότερο το οικονομικό κλίμα. Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα το παρουσίαζε η οικονομία της ηττημένης κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο Γερμανίας, η οποία, εκτός των άλλων χρεών της οικονομίας της, είχε και τις μεγαλύτερες πολεμικές οφειλές προς τις νικήτριες δυνάμεις. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες στις 20 Ιουνίου 1931, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Χούβερ, πρότεινε την ετήσια αναστολή των πληρωμών των επανορθώσεων από τη Γερμανία προς τους Συμμάχους σε συνδυασμό με την ετήσια αναστολή της πληρωμής των πολεμικών χρεών των Συμμάχων προς την Αμερική.

    Η Γερμανία είχε τόσο επηρεαστεί από την οικονομική κρίση, ώστε αδυνατούσε να συνεχίσει τις πληρωμές προς το εξωτερικό. Αν η γερμανική οικονομία κατέρρεε, θα έπαυε να υφίσταται για τα αμερικάνικα εξαγώγιμα προϊόντα και η γερμανική αγορά, αφού θα είχε πτωχεύσει. Άμεσο αποτέλεσμα θα ήταν να χαθούν τα αμερικανικά κεφάλαια, που είχαν επενδυθεί εκεί τα τελευταία χρόνια, πράγμα που θα επιδείνωνε περισσότερο την κατάσταση στην ίδια την Αμερική. Τελικά, οι σύμμαχοι συμφώνησαν στο “χρεοστάσιο Χούβερ”. Η σημαντικότερη επίπτωση για την Ελλάδα ήταν ότι έχανε -οριστικά όπως αποδείχτηκε αργότερα- αρκετά ποσά που της είχαν επιδικαστεί τα προηγούμενα χρόνια από τις γερμανικές επανορθώσεις, ποσά που θα χρησιμοποιούνταν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στη χρηματοδότηση των δημοσίων έργων που είχε θέσει σε κίνηση ο Βενιζέλος.

    Η κατάσταση στην Ευρώπη επιδεινώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1931. Στις 14 και 15 Ιουλίου, η Γερμανία επέβαλε έλεγχο του συναλλάγματος κι έκλεισε τα χρηματιστηριακά ιδρύματα. Αυτή η κίνηση είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εξωτερικό. Η δέσμευση των αγγλικών χρημάτων επέφερε την ταχεία πτώση της τιμής της αγγλικής λίρας. Στην Αγγλία σχηματίστηκε εθνική κυβέρνηση στις 24 Αυγούστου και στις 21 Σεπτεμβρίου η λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε τη χρυσή βάση (πράγμα που έκανε και η Αμερική πολύ αργότερα, στις 19-4-1933), δηλαδή έπαψε να μετατρέπεται σε χρυσό. Αυτό επέφερε την άμεση και κατά 30% υποτίμησή της μέσα σ’ ένα τρίμηνο. Μέχρι το τέλος του 1932, το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν ακόμα άλλες είκοσι τέσσερις χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

    Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το τελευταίο τετράμηνο του 1931, υπήρχαν δύο βασικές απόψεις για την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσει η Κυβέρνηση Βενιζέλου για το νόμισμα: είτε να αποδεσμεύσει, επίσης, τη δραχμή από το χρυσό, είτε να αποδεσμεύσει τη δραχμή από τη λίρα Αγγλίας και να τη συνδέσει με νόμισμα που ακόμα μετατρεπόταν σε χρυσό. Ο Βενιζέλος πρόκρινε τη δεύτερη λύση, γιατί πίστευε ότι η νομισματική σταθερότητα ήταν απαραίτητη προκειμένου να διατηρήσει στο εξωτερικό την καλή φήμη της χώρας, ως προς την οικονομία της. Αν αποδέσμευε παντελώς το νόμισμα από το χρυσό, η απότομη υποτίμηση θα αλλοίωνε το οικονομικό προφίλ της χώρας και θα μειώνονταν οι ελπίδες για νέο δάνειο.

    Έτσι ανακλήθηκε (ν. 5322/28-9-1931) η σύνδεση με την αγγλική λίρα και την ισοτιμία του 1928 (1 λίρα=375 δραχμές) και το νόμισμα συνδέθηκε με το δολάριο (1 δολάριο=77,05 δραχμές) που ακόμα διατηρούσε τη σχέση του με το χρυσό. Η αποσύνδεση της δραχμής από την αγγλική λίρα είχε άμεση συνέπεια την υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με τη λίρα κατά 31,2%, ενώ η αύξηση των τιμών στην αγορά δεν ήταν πάνω από 6,8%. Επίσης, έκλεισε το χρηματιστήριο, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση του χρυσού και του ξένου συναλλάγματος. Ο δείκτης μέσης διακύμανσης αξιών των μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενώ ήταν στις 82,83 μονάδες το Σεπτέμβριο του 1929, τον αντίστοιχο μήνα το 1931 είχε πέσει στις 45,08 μονάδες, έχοντας απωλέσει το 46% της αξίας του. Αλλά αυτά τα μέτρα δεν μπορούσαν να σώσουν την ελληνική οικονομία….Την ίδια στιγμή η γενική κατάσταση των Τραπεζών και των διαθεσίμων τους επιδεινώθηκε. …Τα μεγαλύτερα προβλήματα τα αντιμετώπιζε η Τ.τ.Ε. καθώς η διαμάχη της με τις εμπορικές τράπεζες, έσπρωχνε τις δεύτερες να οδηγούν το συνάλλαγμα στο εξωτερικό προφασιζόμενες ότι αγόραζαν τα ελληνικά χρεόγραφα. Επίσης, στο εσωτερικό η μείωση του καλύμματος των χαρτονομισμάτων που διαχειριζόταν αποκλειστικά η Τ.τ.Ε. γρήγορα θα έφτανε στο όριο του 40%, που η ίδια είχε θέσει το 1927. Έτσι, για ν’ αποφύγει οποιεσδήποτε επιπλοκές, η Τ.τ.Ε. στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1931, μετέτρεψε τις καταθέσεις όψεως σε καταθέσεις προθεσμίας.

    Παρά ταύτα, το συνάλλαγμα διέφευγε στο εξωτερικό και το όριο του αποθεματικού της μειωνόταν γρήγορα. Το Δεκέμβριο του 1928, ήταν στα 11,3 εκατομμύρια αγγλικές λίρες, και στα 5,1 εκατομμύρια το Δεκέμβριο του 1931 (και τον Απρίλιο του 1932 στα 2,3 εκατομμύρια). … Στις 5 Δεκεμβρίου, ο Δημήτριος Μάξιμος, τέως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και οικονομικός Σύμβουλος του αντιβενιζελικού Λαϊκού Κόμματος, έγραψε άρθρο στις εφημερίδες “Πρωία” και “Καθημερινή” και υποστήριζε την αναστολή όλων των πληρωμών της χώρας σε συνάλλαγμα. Αυτό ισοδυναμούσε με παραδοχή χρεοκοπίας της Ελλάδας. Επίσης, πρότεινε τη συγχώνευση της Τράπεζας της Ελλάδας με την Εθνική Τράπεζα, πράγμα που προκάλεσε θόρυβο όχι μόνο στους εγχώριους οικονομικούς κύκλους, αλλά και στο εξωτερικό. Σε απάντηση η Κυβέρνηση δήλωσε ότι δε σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο, καθώς ανέμενε ότι θα βοηθούνταν οικονομικά με νέο δάνειο από την Ευρώπη.

    Στις 10 Δεκεμβρίου 1931, τα άσχημα νέα συνέχισαν να έρχονται από την Ευρώπη. Ο Έλληνας πρέσβης από το Λονδίνο, Κακλαμάνος, ανέφερε ότι η τιμή των ελληνικών ομολογιών είχε πέσει κατακόρυφα και ότι η φήμη για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας ήταν έντονη. Τον ίδιο μήνα, ο Διοικητής της Τ.τ.Ε., Τσουδερός, επισκέφτηκε το Παρίσι και το Λονδίνο προκειμένου να εξασφαλίσει ένα δάνειο για την Ελλάδα, αλλά δεν τα κατάφερε.

    γ. Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας στα τέλη του 1931

    Το γεγονός ότι η Λίρα Αγγλίας εγκατέλειψε τη χρυσή βάση είχε την αρνητική συνέπεια για την Ελλάδα να χαμηλώσει το κάλυμμα της Τ.τ.Ε. Απ’ την άλλη στα θετικά καταγράφεται ότι μειώθηκε και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, αφού αυτό οφειλόταν κυρίως σε λίρες Αγγλίας. Πέρα από αυτά, ο γενικός δείκτης της οικονομικής δραστηριότητας (με βάση το 1928=100) έπεσε στο 95,3. Σε σχέση με το 1930, οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν 23,2% σε ποσότητα και 30% σε αξία. Ως προς τις εξαγωγές των γεωργικών προϊόντων τα οποία αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών εξαγωγών, οι τιμές τους έπεσαν κατακόρυφα, ενώ ο δείκτης τιμών εξαγωγικών προϊόντων μειώθηκε από το 100 (κατά το 1928) στο 83,4 το 1931.

    Το κράτος με τη σειρά του, για ν’ αυξήσει τα έσοδά του, αλλά και για να εμποδίσει τις εισαγωγές και άρα την εκροή συναλλάγματος στο εξωτερικό, αύξησε τους εισαγωγικούς δασμούς. Έτσι, τα έσοδα του κράτους από τους εισαγωγικούς δασμούς αυξήθηκαν από τα 3,6 δισεκατομμύρια δραχμές του 1928 (28,8 % επί της αξίας των εισαγωγών), στα 4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1931 (46,3% επί της αξίας των εισαγωγών, οι οποίες μάλιστα μειώθηκαν σε σχέση με το 1928 κατά 30%). Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από 6,1 δισεκατομμύρια δραχμές (1928), περιορίσθηκε στα 4,5 δισεκατομμύρια (1931), λόγω των συναλλαγματικών ελέγχων και της μείωσης των διεθνών τιμών. Παράλληλα, όμως, μειώθηκε και η αναλογία των εξαγωγών ως προς τις εισαγωγές στο 47,95% (1931) από 50,98% (1928).…

    Ο δείκτης της αξίας της γεωργικής παραγωγής (με βάση το 1928=100) έπεσε στο 67,6 το 1931 και ο όγκος της γεωργικής παραγωγής στο 86,7. Ο γενικός δείκτης χονδρικών τιμών (με βάση το 1928=100), ήταν στο 86 το 1931. Αναλυτικότερα, για τα γεωργικά προϊόντα έπεσε στο 78, για τα ζωικά στο 98, για τα βιομηχανικά στο 86, για τα εγχώρια γενικά στο 85 και για τα ξένα προϊόντα γενικά στο 86.

    Κρίση εκδηλωνόταν και στις επιχειρήσεις. Ήδη από το 1928, οι πτωχεύσεις παρουσίαζαν αύξηση. Μεταξύ του 1928 και 1929, αυξήθηκαν 150%, ενώ μεταξύ 1929 και 1930 κατά 90% (συνολικά 893 πτωχεύσεις μόνο γι’ αυτή τη χρονιά). Συνολικά την περίοδο 1927-1929, πτώχευσαν 779 εταιρείες από τις οποίες οι 20 ήταν βιομηχανίες. Την περίοδο 1929-1932, πτώχευσαν 1.937 εταιρείες από τις οποίες οι 501 ήταν βιομηχανίες. Είναι φανερό δηλαδή ότι η οικονομική κρίση από το 1930 και μετά είχε χτυπήσει πολύ τη βιομηχανία. …

    Σε σχέση με το 1928, ο γενικός τιμάριθμος κόστους ζωής παρουσίασε το 1931 πτώση 8,68%, της διατροφής 17%, της ενδυμασίας 0,14% και των διαφόρων προϊόντων 3,49%. Αντίθετα, αύξηση σημείωσαν ο τιμάριθμος κατοικίας κατά 21% και αυτός του φωτισμού/θέρμανσης κατά 4%. Το μέσο ονομαστικό ανδρικό ημερομίσθιο του εργάτη στην περιοχή Αθήνας-Πειραιά παρουσίασε πραγματική πτώση 10%. Η ανεργία χτύπησε τη βιομηχανία. … Έτσι, γενικά η ανεργία υπερδιπλασιάστηκε και από 75.000 άτομα το 1928 ανήλθε το 1931 στα 165.000 άτομα (και το 1932 στα 218.000 άτομα).

    Τέλος, η οικονομική δραστηριότητα άρχισε να μειώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1927 παρουσίασε αύξηση 5,79%, το 1928 αύξηση 1,42%, το 1929 αύξηση 3,5%. Αντίθετα, μειώθηκε το 1930 κατά 3,48% και το 1931 κατά 4,6% (και το 1932 κατά 3,98%). Το 1931, το εθνικό εισόδημα μειώθηκε σε σχέση με το 1928 κατά 14,6%, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών μειώθηκε ελαφρά λόγω των δασμών που επέβαλλε το κράτος, αλλά και της αποσύνδεσης της λίρας Αγγλίας από τη χρυσή βάση. Έτσι, από 8,9 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας το 1928, έπεσε στα 7 εκατομμύρια το 1931.

    Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ο Βενιζέλος πιεζόταν να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος, διαφορετικά γρήγορα θ’ αναγκαζόταν να διακόψει τις πληρωμές των χρεών προς το εξωτερικό, πράγμα που θα σήμαινε χρεοκοπία για την Ελλάδα. Αυτός, όμως, πίστευε ότι δεν είχαν χαθεί τα πάντα. Έλπιζε ότι θα μπορούσε να στηριχθεί σ’ ένα ακόμα δάνειο, για να συνεχίσει τα αναπτυξιακά έργα κι έτσι θα πετύχαινε την οικονομική ανάκαμψη. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να διαφυλάξει τη νομισματική σταθερότητα και την ελληνική πίστη στο εξωτερικό σε υψηλά επίπεδα, πράγμα που θα διευκόλυνε το δανεισμό. Μ’ αυτό το σχέδιο στις αρχές του 1932, ξεκίνησε τις ενέργειες για την επίτευξη του νέου δανείου από το εξωτερικό.

  2. Οι λαϊκιστές δεν χρειάζεται να ξοδέψουν φαιά ουσία για να εξηγήσουν την κρίση.

    Συνήθως έχουν τις απαντήσεις, θεωρούν εαυτούς σίγουρους και είναι βέβαιοι πως για όλα φταίνε οι άλλοι και πως οι ίδιοι μπορούν να υπερασπίζονται τους πάντες και τα πάντα στο όνομα του λαού και των λαϊκών συμφερόντων. Δικαιούνται έτσι να διαμαρτύρονται για τις συντάξεις που κόβονται, για τα νοσοκομεία που δεν έχουν γάζες, για τις άγονες γραμμές του ΟΣΕ που περικόπτονται, για τους συμβασιούχους που δεν γίνεται παρά να νομιμοποιηθούν, για κάθε τι που πάει κόντρα σε συνήθειες και παραδόσεις.

    Δεν αξιολογούν, για παράδειγμα, τι επιβάλλει την περικοπή των συντάξεων στις άγαμες θυγατέρες των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών, δεν συζητάνε το ενδεχόμενο να είναι άδικη η πρόωρη συνταξιοδότηση νέων γυναικών κάτω των 45 ετών, ούτε χρειάζεται να προβληματισθούν γιατί τα νοσοκομεία χρωστάνε τόσα και άλλα τόσα, γιατί η λειτουργία ενός αναιμικού σιδηροδρόμου απαιτεί ατελείωτους πόρους κάθε χρόνο και βεβαίως δεν μπορούν να σκεφθούν ότι το εμπόριο ψυχών στο Δημόσιο δεν γίνεται να συνεχισθεί επειδή απλούστατα το κράτος δεν έχει χρήματα.

    Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ότι το πάρτι της λευκής μπλούζας στα νοσοκομεία στηρίζεται στη συνενοχή μεταξύ των διοικήσεων, των γιατρών, των προμηθευτών και των συνδικαλιστών που χρόνια τώρα κάνουν την πάπια, επειδή απλώς οι μίζες μοιράζονται αναλογικά.

    Ακόμη γνωρίζουμε ότι η λεηλασία στον ΟΣΕ έχει την ίδια ακριβώς βάση συνενοχής. Διορισμένες κομματικές διοικήσεις, εργαζόμενοι, συνδικαλιστές και προμηθευτές μετέχουν στο αυτό κόλπο που υπερτιμολογεί έργα και μηχανήματα και ξοδεύει αφειδώς χρήματα του ελληνικού λαού.

    Και ακόμη οι γνωρίζοντες δεν έχουν επιφυλάξεις πως το κομματικό πελατειακό κράτος απέδιδε συντάξεις στους πάντες, ανεξαρτήτως εισφορών και εργασιακού βίου.

    Όπως επίσης γνωρίζουμε ότι στο όνομα του κοινωνικού κράτους στήθηκε διαρκής επιχείρηση λεηλασίας των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, χωρίς ποτέ να ελεγχθεί η κοινωνική αποτελεσματικότητα των υπερδαπανών και των αθρόων προσλήψεων.

    Το ερώτημα που ευθέως τίθεται είναι: μπορεί άραγε να διατηρηθεί το καθεστώς της λεηλασίας των πάντων στο όνομα μιας δήθεν αριστερής ή δημοκρατικής αντίληψης περί κοινωνικού κράτους;

    Προφανώς όχι, γιατί απλούστατα όταν το αριστερό ή το δημοκρατικό ιδανικό καταλήγει σε λεηλασία του κοινωνικού πλούτου δεν είναι ούτε αριστερό ούτε δημοκρατικό. Μάλλον με οικονομικό έγκλημα μοιάζει παρά με οτιδήποτε άλλο.

  3. Το ΚΚΕ εξευτελίζει τη δημοκρατική ασυλία.

    Στις δημοκρατίες, η διαφορετική γνώμη προστατεύεται. Οπως η ελεύθερη πολιτική, συλλογική ή ατομική, δραστηριότητα. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες προστατεύεται με ξεχωριστή επιμονή και η διαφορετικότητα. Τα δικαιώματα των μειοψηφιών, θρησκευτικών αντιλήψεων, ομοφυλοφίλων ή όποιων άλλων βλέπουν τον κόσμο με τον δικό τους, ξεχωριστό, τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εγγυάται τον αλληλοσεβασμό και το δικαίωμα του καθενός απέναντι στον άλλο, είναι ο νόμος.

    Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός που, από τη μεταπολίτευση του ’74 και μέχρι σήμερα, χαίρει ξεχωριστής και ενισχυμένης ασυλίας. Το κόμμα αυτό έχει καταλάβει διακεκριμένο στασίδι στο πολιτικό σκηνικό, αν και εμπράκτως, όσο και επιδεικτικά, αγνοεί τη βάση της κοινωνικής ελευθερίας, όπως διασφαλίζεται με τους στέρεους, πλέον, δημοκρατικούς θεσμούς που διαθέτει η χώρα. Για παράδειγμα, καταγγέλλει με πολύν θόρυβο τα «αφεντικά» για τις «σκοτεινές βλέψεις» τους, ενώ το ίδιο με ζήλο διατηρεί την πλήρη συσκότιση στα οικονομικά του. Καταγγέλλει τα «συμφέροντα» των ολίγων και, την ίδια στιγμή, προστατεύει κάτω από τα φτερά της κομματικής νομιμότητας τα συμφέροντα κάποιων εκλεκτών.

    Το Κ.Κ., όπως όλα τα κόμματα, διαθέτει μηχανισμό επαγγελματικών στελεχών. Ακολουθώντας το καταστατικό του, όπως και τα άλλα κόμματα, χρησιμοποιεί τον μηχανισμό για να ενισχύει την παρουσία του στην καθημερινότητα της πολιτικής, όπως είναι η επιρροή στα μεγάλα σωματεία και συνδικάτα. Εκεί που διαφέρει το Κ.Κ. είναι ο τρόπος με τον οποίο συστηματικά παρεμβαίνει σε ανταγωνισμούς επιχειρηματικών συμφερόντων. Η συνάφεια του Κ.Κ. με ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα αποτελούσε πάντοτε μία από τις πλέον γλαφυρές πλευρές του «αστικού μύθου», πο υ ήθελε κάποιους επιχειρηματίες, με πλέον προβεβλημένο τον Σωκράτη Κόκκαλη, να έχουν τον τρόπο τους με τον Περισσό. Ποτέ όμως και τίποτε δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο οριστικό, επιτρέποντας όμως στη φήμη να εδραιωθεί.

    Η νεότερη όμως δραστηριότητα του Κ.Κ. αφορά ξεχωριστούς και ιδιαίτερους ανταγωνισμούς, που συνήθως έμεναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η τρέχουσα κρίση, επειδή ακριβώς ανατρέπει κατεστημένα φέουδα σε διάφορες γωνιές της οικονομίας, αναδεικνύει κρυμμένες πλευρές των σχέσεων που έχει εξυφάνει ο συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός με τα «αφεντικά» που εκμεταλλεύονται τον σχετικό τζίρο. Η περίπτωση της εμπορευματικής ναυτιλιακής γραμμής Κόρινθος – Ραβένα και ο αυτονόητος ανταγωνισμός με την παράλληλη γραμμή Πάτρα – Ανκόνα έφερ ε στην επιφάνεια τη «μέθοδο ΚΚΕ» στους ενδοκαπιταλιστικούς πολέμους.

    Οταν βλάπτεται η «αυλή του κόμματος», ο Περισσός, με την πολιτική του παρέμβαση, αδιαφορεί για την όποια αλληλεγγύη μεταξύ εργαζομένων, εθνική ή διεθνική, θα μπορούσε να υπάρξει. Ετσι, ο συμπαθής γραμματέας της ΠΝΟ, τον οποίο οι ΚΚουέδες εμφανίζουν ως «επιρροή», προτιμά να κλωτσάει την ευκαιρία να πάρει ο Πειραιάς και άλλα ελληνικά λιμάνια τη μερίδα του λέοντος από την αναβάθμιση της τουριστικής αγοράς της Μεσογείου.

    Η νεοσταλινική μετεξέλιξη του ΚΚΕ ανατρέπει τη βάση επί της οποίας συγκατοικούσαν οι οπαδοί αυτού του χώρου, με τους υπόλοιπους πολίτες. Η επιλογή του συγκεκριμένου κόμματος να τσαλακώνει τον νόμο και να αγνοεί το συλλογικό συμφέρον, ακυρώνει τη συμφωνία του αστικού κόσμου με την ιστορική ηγεσία του κομμουνιστικού ρεύματος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s