Μνήμες Ελληνίδων μεταναστριών από τη Γερμανία

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την υπογραφή της ελληνογερμανικής «Σύμβασης περί Επιλογής και Τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις», που οδήγησε χιλιάδες Ελληνίδες και Έλληνες στις φάμπρικες της Γερμανίας.

Τα χρόνια εκείνα, που η Ελλάδα αδυνατούσε να κρατήσει στα «σπλάχνα» της τη νεολαία, η ξενιτιά φάνταζε σε πολλούς ως μια μεγάλη ευκαιρία, που υπόσχονταν πολλά χρήματα, καλές συνθήκες εργασίας και δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης.

Η πρώτη γενιά μεταναστών που έφυγαν για τη Γερμανία συχνά αποκαλείται «γενιά της θυσίας», αφού είναι αυτοί που στερήθηκαν την ασφάλεια της οικογένειας, την πατρίδα, τα ίδια τους τα νιάτα. Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτή κατέχει, αναμφίβολα, η Ελληνίδα μάνα, στην οποία ήταν αφιερωμένη η συναυλία που διοργάνωσε ο «Σύλλογος Ομογενών και Μεταναστών από Γερμανία», χθες βράδυ, στη Μονή Λαζαριστών. Στο πρόσωπο πενήντα Ελληνίδων, μεταναστριών πρώτης γενιάς, ο Σύλλογος τίμησε την Ελληνίδα μάνα, που μέσα από τους πολλαπλούς της ρόλους γαλούχησε γενιές Ελλήνων στη Γερμανία.

Ιστορίες από τα χρόνια εκείνα, ξεπηδούν ανάγλυφα από μαρτυρίες των ίδιων των γυναικών, που σε πολύ νεαρή ηλικία βρέθηκαν στην ξένη χώρα, μακριά από την οικογένειά τους. Κάποιες, αφήνοντας πίσω σύζυγο και παιδιά. Ο πρώτος χρόνος ήταν ιδιαίτερα δύσκολος, ώσπου να προσαρμοστούν, να μάθουν κάπως τη γλώσσα, τη νοοτροπία των νέων αφεντικών….

-Και η βαλίτσα πάντα έτοιμη για τη μεγάλη επιστροφή

Η Μαρία Κωνσταντινίδου, από τη Βέροια, έφυγε για τη Γερμανία το Νοέμβριο του 1965. Μόλις είχε κλείσει τα 18 της χρόνια, προϋπόθεση απαραίτητη για να κάνει την αίτηση.

«Άβγαλτα παιδιά ήμασταν. Ως τότε δεν ήξερα τι θα πει βόλτα. Όλο δουλειές κάναμε στο σπίτι», θυμάται, συνεχίζοντας: «Φτώχεια μεγάλη υπήρχε και τα έξι στόματα στην οικογένεια ήταν πολλά για να τα θρέψει η μάνα μας, που χήρεψε νέα. Τον πατέρα μου, καλά-καλά, δεν τον θυμάμαι. Έτσι, αποφάσισα να πάω στη Γερμανία».

Εγκαταστάθηκε στη Νυρεμβέργη, όπου έγινε δεκτή στην εταιρία «Bosch». Σε λίγο καιρό γνώρισε και το μετέπειτα σύζυγό της, Φώτη Τέκο, από την Άσσηρο Θεσσαλονίκης, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Γρηγόρη και την Ειρήνη.

«Ποιος να το περίμενε ότι έτσι θα πήγαινε η ζωή μας. Εμείς φύγαμε, με την ελπίδα να εργαστούμε, για λίγα χρόνια, να μαζέψουμε κάποια χρήματα και να γυρίσουμε στην πατρίδα, αλλά τελικά μείναμε 45 ολόκληρα χρόνια», τονίζει η κα Μαρία.

Με τα παιδιά να μεγαλώνουν και μαζί μ’ αυτά και οι υποχρεώσεις, το ζευγάρι αναγκάζεται, όπως άλλωστε όλοι οι μετανάστες, να εργάζεται σε βάρδιες.

«Χρόνος για να βρεθούμε μεταξύ μας -λέει- σχεδόν δεν υπήρχε, ήμασταν όμως ευτυχισμένοι που είχαμε κοντά τα παιδιά μας. Γι΄ αυτά πασχίζαμε, να μην τους λείψει τίποτα, να σπουδάσουν μία ημέρα και να προκόψουν στην Ελλάδα, κάτι που ‘δόξα τω Θεώ’, έγινε».

Το όνειρό της, όπως όλων των Ελλήνων μεταναστών, ήταν να γυρίσει στην Ελλάδα. Και η βαλίτσα ήταν πάντα έτοιμη για τη μεγάλη επιστροφή. Η μεγάλη της χαρά, όπως κάθε μάνας, είναι που τα παιδιά της σπούδασαν, έκαναν οικογένειες και ζουν καλά στη Θεσσαλονίκη.

-Ανέβαινε στην πλαγιά του βουνού, μήπως και δει την κόρη της στη Γερμανία

Η Αλεξάνδρα Τάτση, με καταγωγή από το Δαμακίνι Πατρών, ήθελε πολύ να φύγει από την Ελλάδα, όπως μας είπε. Δεν τη φόβιζε το άγνωστο, ούτε και οι ενδεχόμενες δυσκολίες. Και τα κατάφερε. Δεν συνδέθηκε, όμως, ποτέ συναισθηματικά με τη Γερμανία, όπου πήγε το 1963. Δούλεψε στην αρχή σε κουζίνα, σ’ ένα χωριό έξω από το Μόναχο. Στη συνέχεια εργάστηκε στη Siemens, μέχρι να γνωριστεί με τον σύζυγό της, Γρηγόρη και να πάει, το 1965, στην BMW.

Απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γιάννη και τον Κώστα. Και οι δύο σπούδασαν στην Ελλάδα. Ο Κώστας επέστρεψε πίσω, δημιούργησε οικογένεια στο Μόναχο, γεγονός που η Αλεξάνδρα «το φέρει βαρέως», καθώς θεωρεί μεγάλο της, αδιόρθωτο, σφάλμα, όπως λέει, ότι άφησε πίσω στη Γερμανία το παιδί της. Έπρεπε αμέσως μετά το Γυμνάσιο να φύγουμε, λέει.

Και μία συγκινητική αναφορά. Η μητέρα της Αλεξάνδρας, που δεν γνώριζε πόσο μακριά είναι η Γερμανία, ανέβαινε στην πλαγιά του βουνού, στο Δαμακίνι, μήπως και … δει την κόρη της.

-«Έμαθα να κλαίω χωρίς δάκρυα»

Η Μαρίκα Κ., από την Ορεστιάδα, πήρε τη μεγάλη απόφαση να πάει στη Γερμανία να εργαστεί, αφήνοντας πίσω το σύζυγο, με τα δύο τους παιδιά.

«Ούτε ξέρω πού βρήκα το κουράγιο να φύγω σε μία ξένη χώρα, χωρίς τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Ήταν ο μόνος τρόπος να βοηθήσω την οικογένειά μου, αφού στην αρχή έπαιρναν μόνο γυναίκες», θα μας πει.

Η εικόνα του συζύγου με τα δύο αγόρια τους, ηλικίας 6 και 9 ετών, να την ξεπροβοδίζουν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αλεξανδρούπολης, έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη της.

Να, πώς την περιγράφει: «Εκείνη την ώρα ένιωθα απόγνωση. Έλεγα μέσα μου: πού πας Μαρίκα, θα τα καταφέρεις μόνη σου; Πήγαμε Αθήνα, κι από εκεί στον Πειραιά, απ΄ όπου φύγαμε με τον ‘Κολοκοτρώνη’ (σ.σ. στη δεκαετία του ’60 χιλιάδες ήταν οι Έλληνες μετανάστες που ταξίδεψαν με το πλοίο αυτό μέχρι το Μπρίντεζι κι απ’ εκεί με το τρένο για να φτάσουν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης) για το Μπρίντεζι της Ιταλίας, μέσω Κέρκυρας, και από εκεί στο Μόναχο. Μ’ έστειλαν στη Νυρεμβέργη, όπου εργάστηκα όλα τα χρόνια στην Τελεφούνκεν. Ο πρώτος χρόνος ήταν ο πιο δύσκολος. Έκλαιγα μέρα-νύχτα, για τα παιδιά μου. Τα μάτια μου είχαν γίνει κατακόκκινα, μέχρι που το αφεντικό μου, μού είπε ότι, αν αρρωστήσω, θα με έστελναν πίσω. Έτσι, έμαθα να κλαίω χωρίς δάκρυα…».

Στο χρόνο επάνω, έκανε πρόσκληση στο σύζυγό της. Έσμιξε το ζευγάρι, τα παιδιά, όμως, έμειναν πίσω, στις γιαγιάδες, για να μάθουν γράμματα ελληνικά, να δουν προκοπή, να μην χρειαστεί να πάνε κι αυτά στα ξένα. Ο μεγάλος καημός της κας Μαρίκας είναι ότι, ο άντρας της δεν πρόλαβε να χαρεί τη σύνταξη, πέθανε ένα μήνα αφότου επέστρεψαν για πάντα στην Ελλάδα.

-Δεν πρόλαβαν ούτε τις κηδείες των γονιών τους

«Εμείς εκεί δεν ζήσαμε, όλο δουλειά και σπίτι. Τους δικούς μας, στην Ελλάδα, δεν τους χορτάσαμε. Ακόμα και σε κηδείες των γονιών μας δεν προλάβαμε να πάμε. Αυτά έχει η ξενιτιά. Συγγενείς μας έγιναν όλοι οι Έλληνες του Γκίτερσλο, με τους οποίους συνδεθήκαμε. Κάναμε κουμπαριά, φιλίες γερές», θα μας πει η Αγγελική Γκουτζιοκώστα.

Έφυγε για τη Γερμανία το 1971, από τη Θεοτόκο Καλαμπάκας, για να πάει κοντά στον αρραβωνιαστικό της, Σπύρο. Έκαναν και δύο παιδιά, ένα γιο και μία κόρη.

Για τα χρόνια που πέρασε στη Γερμανία, θυμάται: «Για εμάς, τις γυναίκες, πιστεύω ότι ήταν πιο δύσκολα, απ΄ ό,τι για τους άντρες, που όμως ανέλαβαν, μέσα σε λίγα χρόνια, την οργάνωση των Ελλήνων σε συλλόγους και κοινότητες. Η νέα γυναίκα μετανάστρια, που δεν γνώριζε ούτε τη γλώσσα της χώρας, ούτε τις συνήθειές της, έπρεπε να είναι πρώτα απ΄ όλα εντάξει στις επαγγελματικές υποχρεώσεις, για να μείνει στη δουλειά. Μετά το εργοστάσιο είχαμε το σπίτι, τα παιδιά, που δεν τα παραμελούσαμε κι ας κάναμε διπλές και τριπλές βάρδιες. Τα παιδιά θέλουν τη ζεστή αγκαλιά, τη φροντίδα. Έπρεπε να τα μάθουμε να διαβάζουν, να τραγουδούν και να προσεύχονται, ελληνικά. Το σπίτια μας μοσχοβολούσαν Ελλάδα».

Ο Σπύρος και η Αγγελική Γκουτζιοκώστα, συνταξιούχοι τώρα, μοιράζονται το χρόνο τους ανάμεσα στις δύο πατρίδες – τη Θεσσαλονίκη, όπου ζει η κόρη τους και το Γκίτερσλο, όπου έμεινε ο γιος τους.

-Εκδήλωση του «Συλλόγου Ομογενών και Μεταναστών από Γερμανία»

«Ο Σύλλογος Ομογενών και Μεταναστών από Γερμανία ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη, από Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας, δεύτερης γενιάς, από τα παιδιά αυτών των ανθρώπων, που ξεκίνησαν πριν από περίπου 50 χρόνια αυτό το ταξίδι στο άγνωστο, με οδηγό τα όνειρα και τις ελπίδες τους», τόνισε ο πρόεδρος του Συλλόγου, Γρηγόρης Τέκος, μιλώντας στη χθεσινή εκδήλωση στη Μονή Λαζαριστών.

Και συνέχισε: «Αυτούς τους ανθρώπους και τις θυσίες τους θέλουμε, σήμερα, να τιμήσουμε και να τους ευχαριστήσουμε για τους δρόμους που μας ανοίξανε, για τα βάρη που σηκώσανε, για την ιστορία τους. Ένα μεγάλο ‘ευχαριστώ’, λοιπόν, μια συμβολική κίνηση, ένας φόρος τιμής είναι το ελάχιστο που μπορούμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους αυτούς, στις θυσίες, στο ύφος και το ήθος που έδειξαν και δείχνουν στη χώρα αυτή, εδώ και 50 χρόνια. Που συνέβαλαν σημαντικά, υλικά και ψυχικά, στην ανοικοδόμηση και των δύο χωρών, ενώ οικοδόμησαν σταθερά τη μορφή και την εικόνα του Έλληνα Ευρωπαίου του 21ου αιώνα».

Στο ρόλο των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία και την προσφορά τους προς τις δύο πατρίδες, αναφέρθηκαν στο χαιρετισμό τους ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Ψωμιάδης, ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αναγέννησης, Στέλιος Παπαθεμελής και ο Γερμανός υποπρόξενος κ. Μπόρμαν.

Η πρώτη αυτή μεγάλη εκδήλωση, που διοργανώθηκε με αφορμή τα 50χρονα της υπογραφής της σύμβασης, πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο και το Ινστιτούτο Goethe, υπό την αιγίδα της νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Χορηγοί της εκδήλωσης ήταν εταιρίες που έχουν δημιουργηθεί από Έλληνες της Γερμανίας ή έχουν σχέση με αυτή.

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, Θεσσαλονικείς καλλιτέχνες ερμήνευσαν τραγούδια που αγάπησε και τραγούδησε ο Έλληνας μετανάστης. Τραγούδια, με τα οποία γλέντησε, χόρεψε, αλλά κι έκλαψε την πατρίδα του και την ξενιτιά. Στο τέλος της εκδήλωσης όλος ο κόσμος έγινε μία παρέα, χορεύοντας ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ GREKISK.SE

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s