Λεπτές ισορροπίες για την εμπορική συμφωνία ΕΕ – ΗΠΑ

Ορισμένοι την έχουν χαρακτηρίσει την «εμπορική συμφωνία του αιώνα». Αλλοι έχουν μιλήσει για τη δημιουργία ενός «οικονομικού ΝΑΤΟ» που θα διασφαλίσει την οικονομική κυριαρχία της Δύσης απέναντι στις αναδυόμενες χώρες και κυρίως στην Κίνα. Είναι φυσικά πολύ πρόωρο να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership – TTIP), όταν ολοκληρωθούν οι περίπλοκες και κοπιώδεις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ). Βέβαιο είναι όμως πως οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν θα είναι περίπατος στο δάσος.

Ηδη ο αρχικός ενθουσιασμός στην Ευρώπη έχει αρχίσει να μετριάζεται, καθώς αντιδράσεις εκφράζονται ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία, οι οποίες σε επίπεδο ηγεσίας πρωτοστατούν στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ολοκλήρωση της ΤΤΙΡ. Οι Αμερικανοί από την πλευρά τους κινούνται σε δύο ταμπλό όσον αφορά το παγκόσμιο εμπόριο. Από τη μία πλευρά θέλουν την ΤΤΙΡ, από την άλλη όμως δίνουν επίσης τεράστια έμφαση στην έτερη μείζονα περιφερειακή συμφωνία με τις χώρες του Ειρηνικού, πλην της Κίνας (Trans Pacific Partnership – TPP), που εφόσον ολοκληρωθεί θα θεμελιώσει τον δεύτερο πυλώνα τής επί Μπαράκ Ομπάμα «στροφής προς την Ασία» (pivot to Asia) μετά τη σταδιακή ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον Ειρηνικό.
Σημείο καμπής
Οι διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ βρίσκονται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο, πόσω μάλλον που ο φιλόδοξος στόχος που έχει τεθεί είναι αυτές να έχουν ολοκληρωθεί εντός του 2015. Αυτό καταδεικνύεται από τις επαφές που είχε «Το Βήμα» πριν από λίγες εβδομάδες στις Βρυξέλλες με κορυφαίους αξιωματούχους της Κομισιόν αλλά και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ασχολούνται με το ζήτημα, στο πλαίσιο ειδικού σεμιναρίου το οποίο διοργάνωσε η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου (DG Trade). Αλλωστε, η Επιτροπή είναι αυτή που βάσει των Συνθηκών έχει την αρμοδιότητα να διαπραγματεύεται εμπορικές συμφωνίες. Την επίβλεψη αυτών των συνομιλιών έχει πλέον η επίτροπος, αρμόδια για το εμπόριο Σεσίλια Μάλμστρομ, που διαδέχθηκε στη θέση αυτή τον Κάρελ ντε Γκουχτ.
Στην παρούσα φάση, όπου ήδη έχουν ολοκληρωθεί επτά γύροι διαπραγματεύσεων, η διατλαντική συμφωνία εμπορίου δέχεται εντονότατη κριτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Γερμανία, όπου αυτή την εποχή ο αντιαμερικανισμός κινείται σε υψηλά επίπεδα, κυρίως μετά το σκάνδαλο με τις παρακολουθήσεις της NSA ακόμη και του τηλεφώνου της Ανγκελα Μέρκελ, 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι συγκέντρωσαν υπογραφές μέσα σε μόλις 10 εβδομάδες εναντίον της ΤΤΙΡ. Σοβαρές αντιδράσεις καταγράφονται επίσης στην Αυστρία, στην (παραδοσιακά προστατευτική) Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ισπανία, ακόμη και στη Βρετανία που σε επίπεδο κυβέρνησης θεωρείται μαζί με τη Γερμανία πολύ υποστηρικτική της συμφωνίας.
Η ΤΤΙΡ έχει, χάρη και στην ενεργό  κινητοποίηση πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, μετατραπεί σε σύμβολο της «υπερ-παγκοσμιοποίησης», της εμβάθυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και της υποταγής των δημοσίων αγαθών στα κέρδη των πολυεθνικών. Οι ανησυχίες για την υποβάθμιση των υγειονομικών και περιβαλλοντικών κανόνων αλλά και πιο τεχνικά ζητήματα, όπως το αν θα συμπεριληφθεί στη συμφωνία μηχανισμός επίλυσης διαφορών για τους επενδυτές (Investor – State Dispute Settlement, ISDS), έχουν δηλητηριάσει το κλίμα.
Τα «συν και πλην»
Η απόφαση των Ευρωπαίων και των Αμερικανών να προχωρήσουν σε μια περιφερειακή εμπορική συμφωνία αυτού του μεγέθους κυριαρχείται τόσο από οικονομικούς όσο και από στρατηγικούς λόγους. Αλλωστε, μετά την κατάρρευση του «Γύρου της Ντόχα» το 2006 υπό την αιγίδα του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (WTO) λόγω των διαφωνιών των ανεπτυγμένων χωρών με τις αναδυόμενες δυνάμεις (καταρχήν Κίνα, αλλά επίσης Ινδία, Βραζιλία), η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αλλάξει στρατηγική, ακολουθούμενη από την ΕΕ. Η ιδέα για την ΤΤΙΡ είχε, σύμφωνα με κοινοτικούς αξιωματούχους, πέσει στο τραπέζι για πρώτη φορά ήδη από το 1990, αλλά επανήλθε δυναμικά το 2006 επί γερμανικής προεδρίας στην ΕΕ. Τότε κρίθηκε δύσκολη, κυρίως λόγω των αντιδράσεων για την απελευθέρωση του αγροτικού τομέα.
Από το 2010 όμως, όταν πλέον η οικονομική κρίση άρχισε να πλήττει σοβαρά την ΕΕ, η ιδέα αναζωογονήθηκε. «Από τη στιγμή που σε πολυμερές επίπεδο δεν προχωρούσαμε, έπρεπε να κινηθούμε σε περιφερειακό» τονίζει ευρωπαίος αξιωματούχος. Πριν από την ΤΤΙΡ, η ΕΕ υπέγραψε εμπορικές συμφωνίες με την Κορέα (2006), τον Καναδά, τη Χιλή και το Μεξικό (2009). Αν προστεθούν επίσης οι δραματικές μετατοπίσεις στην παγκόσμια οικονομία με την ενίσχυση των αναδυόμενων οικονομιών, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι η ΕΕ έχει εμπορικό πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ, επομένως δεν έχει να φοβηθεί κάτι, οι αντιρρήσεις λειάνθηκαν.
Τα γεωπολιτικά επιχειρήματα υπέρ της ολοκλήρωσης του ΤΤΙΡ δεν είναι διόλου αμελητέα. Οπως σημειώνει στο «Βήμα» υψηλόβαθμος αξιωματούχος των Βρυξελλών, «η υλική και ιδεολογική ηγεμονία της Δύσης πλησιάζει στο τέλος της». Με τις δυτικές οικονομίες να μην μπορούν να ανακάμψουν δυναμικά και το κινεζικό μοντέλο του «κρατικού καπιταλισμού» να κρίνεται άκρως επιτυχημένο, αν η ΤΤΙΡ καταφέρει να αναζωογονήσει την αμερικανική και την ευρωπαϊκή οικονομία θα βελτιωθεί ξανά η διεθνής εικόνα της Δύσης που θα δείξει ότι εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να θέτει κανόνες που είναι ελκυστικοί σε τρίτες χώρες. Και παράλληλα, όπως σημειώνει ο Χανς Κουντνάνι του ECFR, «θα στείλει ένα μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο για τη διατλαντική ενότητα και αποφασιστικότητα, ιδιαίτερα σε δυνάμεις όπως η Κίνα».
Την ίδια στιγμή όμως, αν η ΤΤΙΡ ανεβάσει πολύ υψηλά τα standards κινδυνεύει να διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανεπτυγμένων και αναδυόμενων οικονομιών. Ηδη οι διαφορές αντιλήψεων μεταξύ Δύσης και χωρών BRICS είναι σημαντικές σε σειρά θεμάτων και όπως έγραφε πριν από λίγους μήνες ο Τσαρλς Κάπτσαν, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τζορτζτάουν, «όσο υψηλότερα είναι τα standards των κανόνων της Δύσης τόσο λιγότερο πιθανό είναι τα αναδυόμενα κράτη να είναι πρόθυμα και ικανά να παίξουν με αυτούς τους κανόνες» – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διεθνή συνεργασία.
Ο ίδιος επισημαίνει και άλλο ένα πρόβλημα. Η οικονομική συνεργασία, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική συνεργασία. Κατ’ αυτόν λοιπόν, σε μια περίοδο που στην Ευρώπη έχει επανεμφανιστεί μια ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα λόγω της ουκρανικής κρίσης, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι δεν πρέπει να αγνοήσουν ή να παραμελήσουν τη συνεργασία τους στην ασφάλεια σε επίπεδο ΝΑΤΟ.

Επενδύσεις
Το «αγκάθι» που ονομάζεται ISDS
Η εισαγωγή ή όχι ενός μηχανισμού για την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών έχει μετατραπεί, λόγω της δημοσιότητας που έχει λάβει, στο μεγαλύτερο αγκάθι των διαπραγματεύσεων. Γνωστός πλέον ως ISDS (τα αρχικά του αγγλικού όρου Investor – State Dispute Settlement), ο μηχανισμός αυτός έχει περιγραφεί ως το όχημα που θα επιτρέψει στις πολυεθνικές να επιβληθούν επί των κρατών. Ιδιαίτερα στη Γερμανία, η συζήτηση επί του ISDS προκαλεί έντονα πάθη…
Το ζήτημα είναι πολύ ευαίσθητο. Σε συλλογικό επίπεδο, η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής παγκοσμίως, καθώς και ο μεγαλύτερος προορισμός άμεσων ξένων επενδύσεων. Η ΕΕ είναι μέλος σε περίπου 1.400 από τις συνολικά 3.000 συμφωνίες επενδύσεων παγκοσμίως, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων περιλαμβάνουν μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Πού είναι το πρόβλημα λοιπόν;
Προς το παρόν, οι συνομιλίες που αφορούν το κομμάτι των επενδύσεων έχουν σταματήσει και βρίσκονται σε φάση περισυλλογής (reflection mode). Ο σκοπός είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των επενδυτών και στη διατήρηση του κυρίαρχου δικαιώματος των κρατών να θέτουν κανόνες. Ελλοχεύουν μια σειρά ερωτημάτων, όπως η διασφάλιση της νομιμοποίησης του συστήματος, η δυνατότητα εφέσεων κ.ά.
Οι Αμερικανοί επιμένουν για τη συμπερίληψη ISDS. Οι ίδιοι έχουν μεταρρυθμίσει το προηγούμενο σύστημά τους και όλες οι εμπορικές συμφωνίες που διαπραγματεύονται βασίζονται σε αυτό. Παράλληλα, δεν κατανοούν γιατί οι Ευρωπαίοι «κάνουν τον δύσκολο». Η μεγάλη ανησυχία πάντως σε κύκλους της Κομισιόν συμπυκνώνεται στο εξής: ότι αν οι Ευρωπαίοι αρνηθούν να συμπεριλάβουν τον ISDS στην ΤΤΙΡ, τότε ίσως αυτό να είναι καταστροφικό για τις συνομιλίες και οι Αμερικανοί να μην απαντήσουν θετικά σε σημαντικά ευρωπαϊκά αιτήματα, όπως η πρόσβαση ευρωπαϊκών εταιρειών στις κρατικές προμήθειες στις ΗΠΑ ή η άρση δασμών και περιορισμών σε εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.

Οι προβλέψεις για τα οφέλη
Το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και τα κρίσιμα ερωτήματα
Οι υποστηρικτές της ΤΤΙΡ επιμένουν ότι θα συμβάλει εντυπωσιακά στην οικονομική ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο πρώην επίτροπος Ντε Γκουχτ είχε μιλήσει, το 2013, για μια τόνωση της ανάπτυξης που θα έφτανε ως και τα 120 δισεκατομμύρια ευρώ. Πηγές που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις σημειώνουν ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι θέσεις εργασίας που συνδέονται με το εμπόριο είναι πολύ πιο καλοπληρωμένες. Τονίζουν επίσης ότι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: η ΕΕ και οι ΗΠΑ παράγουν από κοινού το 45% του παγκοσμίου ΑΕΠ, ενώ πάνω από το 50% των άμεσων ξένων επενδύσεων των ΗΠΑ κατευθύνεται προς την ΕΕ, όπως και το αντίστροφο. Αν λοιπόν η συμφωνία επιτευχθεί, τότε εργαζόμενοι και επιχειρήσεις θα είναι ικανοποιημένοι.
Τριπλός σκοπός
Υψηλόβαθμος κοινοτικός αξιωματούχος με άριστη γνώση των διαπραγματεύσεων υπογράμμισε μιλώντας σε ομάδα ευρωπαίων δημοσιογράφων ότι ο σκοπός της ΤΤΙΡ είναι τριπλός.
Πρώτον, να υπάρξει μια έξυπνη φιλελευθεροποίηση (smart liberalization) με κατάργηση των δασμών, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα. Ηδη περίπου το 90% των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει 0% δασμούς. Επομένως η ΕΕ ως έχουσα εμπορικό πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ στον αγροτικό τομέα θα είναι αυτή που θα ωφεληθεί.
Ο δεύτερος στόχος είναι να υπάρξει συνεργασία σε θέματα κανόνων (regulatory cooperation). Πρόκειται για το πιο περίπλοκο σημείο διότι απαιτούνται αμοιβαίες κινήσεις. Για τον απλό κόσμο δεν είναι σαφές τι σημαίνει η συνεργασία αυτή, αλλά όπως σημειώνει ο ίδιος κοινοτικός αξιωματούχος «για ποιον λόγο δεν μπορεί να υπάρξει ομογενοποίηση των κανόνων έγκρισης π.χ. των φαρμάκων σε ΕΕ και ΗΠΑ; Ξέρετε τι μείωση κόστους θα ήταν αυτή; Το ίδιο ισχύει και για την αυτοκινητοβιομηχανία, σε ό,τι αφορά την οδηγική προστασία, όπου επικρατούν σήμερα διαφορετικά standards» προσθέτει. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η ΕΕ θα απολέσει την αυτονομία της στην επιβολή κανόνων. Οσον δε αφορά τον τρίτο στόχο, αυτός σχετίζεται με τη δημιουργία νέων κανόνων για τους οποίους υπάρχει η φιλοδοξία ότι θα αποτελέσουν πρότυπο για μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες.
Η επίδραση στο ΑΕΠ
Ωστόσο, οι προβλέψεις για τα οφέλη δεν είναι γραμμικές. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του European Council for Foreign Relations (ECFR), η επίδραση στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ δεν φαίνεται να ξεπερνά το 0,5%, ενώ αναμφίβολα τα οφέλη διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα ωφεληθεί ίσως περισσότερο, με μεγαλύτερο κερδισμένο την αυτοκινητοβιομηχανία (βλέπε Γερμανία), τη φαρμακοβιομηχανία, τα χημικά και τα καλλυντικά. Μείζον ζήτημα προκύπτει με τα οφέλη για τον αγροτικό τομέα (κάτι που αφορά και την Ελλάδα). Οι Αμερικανοί πιέζουν στον τομέα αυτόν με σκοπό να κλείσουν το εμπορικό πλεόνασμα που σήμερα απολαμβάνει η ΕΕ. Στελέχη της Επιτροπής θεωρούν ότι η ΕΕ θα είναι κερδισμένη (ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα γαλακτοκομικά, τα κρασιά κ.ά.), ενώ θα ξεπεραστούν δύσκολα θέματα όπως π.χ. οι εισαγωγές βόειου κρέατος που έχει πλυθεί με γαλακτικό οξύ (lactic acid) και τα οποία αποτελούν σημαία των ΜΚΟ εναντίον της ΤΤΙΡ.
«Νικητές και ηττημένοι»
Δεν πρέπει φυσικά να αγνοείται το γεγονός ότι θα υπάρξουν «νικητές και ηττημένοι» ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Χώρες όπως η Ιρλανδία που εξάγουν ως και 20% των προϊόντων τους στις ΗΠΑ (10% επί του ΑΕΠ), η Γερμανία και η Βρετανία αναμφίβολα θα ωφεληθούν. Αλλες όμως, όπως η Κύπρος, η Λετονία, η Βουλγαρία, η Σλοβενία κ.ά., θα δουν ελάχιστη επίδραση στις οικονομίες τους. Υπάρχει επίσης η ανησυχία ότι με την κατάργηση των υπόλοιπων περιορισμών πέραν των δασμών (Non Trade Barriers, NTBs), θα χαθεί η προστασία του δημοσίου συμφέροντος προς όφελος των επιχειρηματικών συμφερόντων. Αυτό είναι πολύ πιο εμφανές στην ΕΕ, όπου η αντίληψη περί δημοσίου συμφέροντος και δημοσίων αγαθών είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη.
Ενα άλλο ζήτημα που απασχολεί πολλούς είναι αυτό της διαφάνειας στις διαπραγματεύσεις. Ορισμένοι μιλούν για την εφαρμογή της «στρατηγικής του Δράκουλα» ώστε να πιεστεί η Κομισιόν να θέσει τις συνομιλίες υπό το φως της διαφάνειας. Η στρατηγική αυτή κρίνεται επιτυχημένη, καθώς υποχρέωσε την Επιτροπή να δημοσιοποιήσει την εντολή που έλαβε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να διαπραγματευθεί, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει πλέον τη δυνατότητα να ενημερώνεται, μέσω ειδικής επιτροπής παρακολούθησης, για την πορεία των συνομιλιών.
Απόρρητο
Ακόμη και έτσι όμως, περίπου 20% των εγγράφων που ανταλλάσσουν οι δύο πλευρές παραμένει απόρρητο διότι, όπως εξηγούν κοινοτικοί κύκλοι, «υπάρχουν ζητήματα, όπως π.χ. η χορήγηση πρόσβασης (market access) στην ευρωπαϊκή αγορά για ορισμένα προϊόντα ή υπηρεσίες, στα οποία δεν μπορούμε να κάνουμε δημόσια διαβούλευση διότι θα χάσουμε κάθε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα».
Κατά πάσα δε πιθανότητα η ΤΤΙΡ, αφού ολοκληρωθούν οι συνομιλίες, θα πρέπει να περάσει για κύρωση από όλα τα εθνικά κοινοβούλια καθώς αναμένεται να χαρακτηριστεί «μεικτή συμφωνία» – μία διαδικασία που συνήθως κρατά δύο-τρία χρόνια.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s